Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Τα κείμενα της Καινής Διαθήκης


Α. Προφορική παράδοση και οι πρώτοι Χριστιανοί

Η προφορική παράδοση ήταν η κατά κόρον μέθοδος μετάδοσης γνώσεων και αληθειών της πίστης στον ιουδαϊκό χώρο και μετέπειτα, όπως είναι λογικό και στον πρωτοχριστιανικό χώρο. Συγκεκριμένα, η ιστορία αναφέρει ότι όταν ο Γαμαλιήλ, ο ίδιος Φαρισαίος διδάσκαλος, που εμφύσησε τις θεολογικές γνώσεις του στον Απόστολο Παύλο, βλέποντας την μετάφραση του βιβλίου του Ιώβ στην Αραμαϊκή γλώσσα (η καθομιλουμένη γλώσσα των Ιουδαίων στην εποχή του Χριστού), το έσκισε. Υπάρχει μια γενική απομάκρυνση από την λογοτεχνία και στους Χριστιανούς. Αυτό γινόταν για αρκετούς λόγους. Στον αρχαίο κόσμο, υπάρχει πληθώρα κειμένων που προέρχονται από ειδωλολάτρες περιηγητές, ιστορικούς ή φιλοσόφους. Οι Ιουδαίοι και οι πρώτοι Χριστιανοί λοιπόν, βλέποντας ότι η λογοτεχνία αποτελεί μέσο έκφρασης των εθνικών σκέφτηκαν και θεώρησαν σωστό να απομακρυνθούν από αυτή. Όπως και θα αναλύσω παρακάτω, οι Χριστιανοί και οι Απόστολοι είχαν την (εσφαλμένη) αντίληψη, εκ του ευσεβούς πόθου, ότι ο Χριστός έρχεται όντως σύντομα. Επέλεξαν λοιπόν, να αφιερώσουν πλήρως την ζωή τους στον λόγο του Χριστού και να περιμένουν την Δευτέρα Παρουσία. Ο Λόγος, όμως, κατά το πρότυπο του Ιησού, ήταν αποτυπωμένος στη προφορική παράδοση. Αργότερα, όμως, οι συγκυρίες οδήγησαν στην ανάπτυξη της Εκκλησιαστικής Γραμματείας.

Β. Η ανάγκη της χειρόγραφης παράδοσης

Ο Απόστολος Παύλος, πολύ συχνά αναφέρετε στην πίστη που έχει, ότι ο Χριστός θα έρθει να κρίνει τον κόσμο, πριν καν ο ίδιος πεθάνει.

"τοῦτο γάρ ὑμῖν λέγομεν ἐν λόγῳ Κυρίου, ὅτι ἡμεῖς οἱ ζῶντες οἱ περιλειπόμενοι εἰς τήν παρουσίαν τοῦ Κυρίου οὐ μή φθάσωμεν τούς κοιμηθέντας· […] ἔπειτα ἡμεῖς οἱ ζῶντες οἱ περιλειπόμενοι ἅμα σύν αὐτοῖς ἁρπαγησόμεθα ἐν νεφέλαις εἰς ἀπάντησιν τοῦ Κυρίου εἰς ἀέρα, καί οὕτω πάντοτε σύν Κυρίῳ ἐσόμεθα"
Προς Θεσσαλονικείς Α’ Επιστολής Παύλου, Κεφ 4, στίχος 15, 17

Γενικότερα, όπως κανείς να συμπεράνει κανείς, στους πρώτους Χριστιανούς υπάρχει αυτή ακριβώς η πεποίθηση, εξαιτίας του ευσεβούς ζήλου που είχανε, την ευλάβεια και την απλότητα της πίστης. Ο Χριστός έρχεται πάλι σύντομα, για να κρίνει τον κόσμο. Ωστόσο, όπως γίνεται εύκολα αντιληπτό, η Δευτέρα Παρουσία του Κυρίου ακόμη δεν πραγματοποιήθηκε. Αυτό οι πρώτοι Χριστιανοί το κατάλαβαν με έναν πολύ δυσάρεστο τρόπο, όταν δηλαδή, άρχισαν να πεθαίνουν οι πρώτοι μάρτυρες. Όταν ο Πέτρος σταυρώθηκε, ο Ιάκωβος ο Αδελφόθεος λιθοβολήθηκε μέχρι θανάτου, όταν ο Παύλος αποκεφαλίσθηκε στην Ρώμη. Αυτά τα γεγονότα και εξαιτίας της διδασκαλίας που αυτοί οι απόστολοι πρέσβευαν (ότι δηλαδή αναμένουν την έλευση του Χριστού στα χρόνια που αυτοί θα ζουν), είχαν ένα πολύ δυσάρεστο αντίκτυπο. Στις κοινότητες, προέκυψαν δύο τινά:

1. Είτε οι Απόστολοι ψεύδονταν όλον αυτόν τον καιρό (εν αγνοία ή επίτηδες) και πρέσβευαν μία ψεύτικη διδασκαλία.

2. Είτε ίσως παρερμηνεύτηκαν κάποια κομμάτια της διδασκαλίας του Ιησού.

Αυτά τα ερωτήματα, άρχισαν να ταλανίζουν αρκετές κοινότητες της εκκλησίας. Η οργάνωση και η ζωή των τότε Εκκλησιών, ήταν δομημένη με αυτήν την πίστη ότι ο Ιησούς επιστρέφει. Ούτε επίγειες ανάγκες σε ατομικό επίπεδο, αλλά και σε επίπεδο οργάνωσης, αρκέστηκαν σε ένα πρεσβυτεριανό σύστημα διοίκησης των κοινοτήτων (ένας επίσκοπος, με τους πρεσβυτέρους του. Προσοχή, το σύστημα τότε δεν ήταν επισκοπικό, όπως το γνωρίζουμε σήμερα, αλλά ούτε και οι τίτλοι της ιεροσύνης. Δεν υπάρχει οργανωμένος κλήρος εκείνη την περίοδο, ακριβώς για τον λόγο που ανέφερα πιο πριν). Γι’ αυτό και σιγά σιγά, χρειάστηκε κάποια εκλεκτά μέλη της Εκκλησίας του Χριστού, να απαντήσουν στα όποια ερωτήματα είχε ανάγκη η κοινότητα τους, αλλά και γενικότερα η Εκκλησία.

Γ. Ευαγγέλια, Πράξεις και Επιστολές.

Ο Κανόνας της Καινής Διαθήκης που έχουμε σήμερα, περιλαμβάνει 26 ή 27 βιβλία, τα 4 ευαγγέλια (Μάρκος, Ματθαίος, Λουκάς και Ιωάννης), τις Πράξεις των Αποστόλων, οι 13 Επιστολές του Αποστόλου Παύλου, οι Καθολικές Επιστολές των Αποστόλων Πέτρου, Ιακώβου, Ιούδα και Ιωάννου και, τέλος, το διττής φύσεως βιβλίο της Αποκάλυψης. Αν και κανόνες υπήρχαν πολλοί από την αρχή της Εκκλησίας, διέφεραν από Πατέρα σε Πατέρα, από Εκκλησία σε Εκκλησία. Καθοριστική ήταν η 39η Επιστολή του Μ. Αθανασίου, ο οποίος έδωσε για πρώτη φορά τον κανόνα της Καινής Διαθήκης όπως τον γνωρίζουμε σήμερα. Το θέμα του κανόνος λύθηκε οριστικά το 692 μ.Χ. στη Πενθέκτη Οικουμενική Σύνοδο, που, μεταξύ άλλων, σταθεροποίησε τον Κανόνα της Κ.Δ. Ωστόσο, επειδή η Εκκλησίες στην Ανατολή, υπήρξαν επιφυλακτικές ως προς την αυθεντικότητα, αλλά και το περιεχόμενο της Αποκάλυψης, η Σύνοδος εξέδωσε δύο κανόνες, έναν με την Αποκάλυψη να εμπεριέχεται και έναν άλλον, δίχως αυτή.

Α. Ευαγγέλια


Συνολικά, υπάρχουν πάρα πολλά κείμενα που φέρουν τον τίτλο ευαγγέλιο. Το Κατά Φίλιππων, το Κατά Ναζωραίων ή το Κατά Αιγυπτίων. Όσων το περιεχόμενο αποτελούσε διαστρέβλωση των χριστιανικών διδασκαλιών, απορρίφθηκαν ως αιρετικά. Ωστόσο, κάποια άλλα κράτησαν τον ορθόδοξο χαρακτήρα (άσχετα αν αναφέρονταν σε αναληθή γεγονότα) ενώ ένας μεγάλος αριθμός, αποτέλεσε απλή παράφραση των ευαγγελίων, που καθόρισαν τον Κανόνα της Καινής Διαθήκης: το Κατά Μάρκον, το Κατά Ματθαίον, το Κατά Λουκάν και το Κατά Ιωάννη Ευαγγέλιο. Μέχρι και τις μέρες μας, επικρατεί η άποψη ότι το πρώτο ευαγγελικό κείμενο είναι το Κατά Ματθαίον. Με βάση την προσεκτική μελέτη των περιεχομένων των ευαγγελίων, η έρευνα ανακάλυψε ότι το πιο σύντομο εκ των πρώτων τριών Ευαγγελίων (Μάρκος, Ματθαίος και Λουκάς, οι λεγόμενοι Συνοπτικοί), εκείνο δηλαδή του Μάρκου, αποτέλεσε την αρχή και μία από τις βασικές πηγές για τους δύο που ακολουθούσαν. Γράφτηκε περί τη δεκαετία του 60, πολύ πιθανότατα πριν καν το 70 μ.Χ. Ο Μάρκος παρουσιάζει τον Ιησού μόνο του σε όλη την πορεία της ζωής. Δεν μπορεί κανείς να καταλάβει το μήνυμα της σωτηρίας. Όλη η ιστορία περιτρυγιρίζεται από ένα πέπλο μυστηρίου, με διττές εκφράσεις και διττές ερμηνείες. Η αποκορύφωση της ιστορίας είναι ο σταυρός του Χριστού Ο Μάρκος μάλιστα, επιλέγει να αφήσει ανοιχτό τέλος στο ευαγγέλιο του. Αν και ολόκληρος ο πρώτος χριστιανικός κόσμος γνωρίζει για την Ανάσταση, ο Μάρκος τελειώνει την αφήγηση του με την ανακάλυψη του κενού τάφου. Οι 12 τελευταίοι στίχοι του Μάρκου, που συμπληρώνουν την διήγηση της Ανάστασης προστέθηκαν πολύ αργότερα, κατά τον 4ο αιώνα. Ο συγγραφές του, σύμφωνα με την παράδοση είναι ο Ιωάννης Μάρκος, ανιψιός του Βαρνάβα και ακόλουθος του Πέτρου αλλά και του Παύλου. Η θέση δεν χρίζει αμφισβήτησης από την σύγχρονη έρευνα. Στην συνέχεια έγραψε ο Ματθαίος, κατά την παράδοση ο μαθητής του Ιησού, ο οποίος αλλάζει το μοναχικό και σκοτεινό κλίμα του Μάρκου, με ένα πιο χαρμόσυνο και Αναστάσιμο, γράφει το δεύτερο μεγαλύτερο σε έκταση ευαγγέλιο εκ των Συνοπτικών, συμπληρώνοντας και διορθώνοντας τον Μάρκο, αλλά προσθέτοντας κιόλας ομιλίες, παραβολές και θαύματα, που δεν συμπεριλαμβάνει ο Μάρκος. Γράφτηκε γύρω στο 70 μ.Χ. Ο τρίτος και τελευταίος των Συνοπτικών και μεγαλύτερος σε έκταση ευαγγελιστής, είναι ο Λουκάς. Γράφοντας γύρω στο 80 μ.Χ., αποφασίζει να καταγράψει την ιστορία του Ιησού. Κατά βάση ακολουθεί την ροή των γεγονότων που ακολουθεί και ο Μάρκος με τον Ματθαίο (όταν μοιράζονται το υλικό τους), αλλά έχει μια διαφορετική ροή στο δικό του υλικό. Ο Λουκάς γράφει σε κάποιον Θεόφιλο, που δεν τον καθορίζει αν αποτελεί πραγματικό πρόσωπο (Ρωμαίος αριστοκράτης με βάση την έρευνα) ή σε κοινότητα χριστιανών (φίλοι του Θεού). Τελευταίος από όλους, γύρω στο 90 μ.Χ., γράφει ο Ιωάννης, ο λεγόμενος Θεολόγος, ο αγαπημένος μαθητής. Είναι το μεγαλύτερο σε έκταση, καθώς διορθώνει και συμπληρώνει τους άλλους τρεις. Ακολουθεί τελείως διαφορετικό δρόμο, γιαυτό και δεν ανήκει στους συνοπτικούς. Από τα πολλά θαύματα των Συνοπτικών, ο Ιωάννης δεν τα συμπεριλαμβάνει, καθώς επίσης δεν υπάρχει χρονική συνοχή στο κείμενο. Τα πρόσωπα που χρησιμοποιούνται δείχνουν πως δεν γράφει ο Ιωάννης μόνος. Η τελική επεξεργασία του κειμένου, ίσως έγινε μάλιστα μετά τον θάνατο του αγαπημένου μαθητή, με την συμμετοχή και της ίδιας της κοινότητας του Ιωάννου.

Β. Πράξεις των Αποστόλων


Το δεύτερο κείμενο που αποδίδεται στον Ευαγγελιστή Λουκά. Εύκολα κανείς μπορεί να παρατηρήσει τον κοινό πρόλογο, σήμα που ίσως υποδηλώνει την κοινή προέλευση των δύο κειμένων. Αν και η θέση του Λουκά ως συγγραφέα, δεν αμφισβητείται έντονα, υπάρχουν στοιχεία του κειμένου, που ανοίγουν το θέμα της αμφισβήτησης. Οι Πράξεις ακολουθούν την πορεία της πρώτης Εκκλησίας και το έργο κυρίως δύο Αποστόλων, του Πέτρου και του Παύλου. Αν ο Λουκάς είναι όντως ο συγγραφέας, θα περίμενε κανείς να υπάρχει συμφωνία στη διδασκαλία του Παύλου μεταξύ επιστολών και Πράξεων, καθώς λείπει το εκρηκτικό πνεύμα και η δυναμικότητα του Παύλου, που γνωρίζουμε από τις Επιστολές. Βέβαια, ο σκοπός συγγραφής των Πράξεων είναι τελείως διαφορετικός. Ως τόπος συγγραφής θεωρείται η Ρώμη. Η θεωρεία που θέλει το κείμενο να γράφτηκε υπό την εποπτεία του Παύλου, όσο αυτός βρισκόταν στη φυλακή στη Ρώμη (περίπου δηλαδή το 67 μ.Χ.) θεωρείται αβάσιμη. Μάλλον γράφτηκε γύρω στο 80 μ.Χ.

Γ. Επιστολές Παύλου


Οι επιστολές, που έχουν, σύμφωνα με την παράδοση, συγγραφέα, τον Απόστολο Παύλο. Η σύγχρονη έρευνα τις χωρίζει σε παύλειες και δευτεροπαύλειες. Ο διαχωρισμός αυτός, γίνεται λόγω της αμφισβήτησης της αυθεντικότητας ορισμένων επιστολών (δηλαδή αν όντως προέρχονται από τον Παύλο ή κάποιο μαθητή του). Αδιαμφισβήτητα, στον Παύλο ανήκουν οι επιστολές, Α’ και Β’ Κορίνθιους, Προς Γαλάτας, Α’ Θεσσαλονικείς, Προς Ρωμαίους, Προς Φιλιππησίους και Προς Φιλήμονα. Οι υπόλοιπες επιστολές εκτός από την προς Εβραίους, αν δεν ανήκουν στον Παύλο, ανήκουν σίγουρα σε κάποιον άμεσο μαθητή του. Η προς Εβραίους, έχει δημιουργήσει ένα μεγάλο θέμα στην ιστορική έρευνα, καθώς και οι πρώτοι εκκλησιαστικοί πατέρες αρνούνται να την ταυτίσουν με το πρόσωπο του Παύλου. Οι Επιστολές γράφτηκαν για διάφορους σκοπούς. Για την ενίσχυση της πίστεως, για την αντιμετώπιση αιρέσεων και διαφόρων εσωτερικών ζητημάτων. Θεωρούνται (οι πρωτο-παύλειες τουλάχιστον επιστολές) από τα πρώτα χριστιανικά κείμενα που γράφτηκαν ποτέ, με πρώτη μεταξύ αυτών την Α’ Προς Θεσσαλονικείς που χρονολογείται το 51 μ.Χ., με τόπο συγγραφής την Κόρινθο. Υπάρχει η περίπτωση η προς Γαλάτας να προηγείται, γύρω στο 49 μ.Χ., αλλά η θεωρεία δεν μπορεί να επιβεβαιωθεί.

Δ. Καθολικές Επιστολές


Όπως και ο Απόστολος Παύλος, οι υπόλοιποι μαθητές και Απόστολοι του Ιησού, ίδρυσαν σε διάφορες πόλεις της Ιουδαίας και γενικότερα σε πόλεις της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, χριστιανικές εκκλησίες, διαδίδοντας τον λόγο του Θεού. Αυτές λοιπόν οι εκκλησίες, χρειάζονταν ανά τακτά χρονικά διαστήματα την στήριξη των ηγετών τους, όταν αυτοί βρίσκονταν μακριά σε ιεραποστολές. Έτσι δημιουργήθηκαν οι Καθολικές Επιστολές, που όμως δεν έχουν τοπικό αλλά πιο ευρύτερα εκκλησιαστικό χαρακτήρα. Οι συγγραφείς των 7 Καθολικών Επιστολών, είναι σύμφωνα με την παράδοση ο Σίμων Πέτρος, ο Ιωάννης ο Θεολόγος, ο Ιούδας Θαδδαίος ή Ιούδας, ο αδελφός του Ιησού (εκ των τέκνων του Ιωσήφ) και τέλος, ο Ιάκωβος ο Αδελφόθεος. Οι επιστολές αυτές, εκτός από του Ιακώβου και της Α’ Πέτρου και Ιωάννου, ανήκουν στα λεγόμενα «αμφιλεγόμενα» κείμενα (διαχωρισμός Ευσέβιου Καισαρείας), που σημαίνει δηλαδή ότι οι συγγραφείς των επιστολών, αν δεν είναι οι μαθητές και οι ακόλουθοι του Ιησού, είναι κάποιοι άλλοι συνονόματοι τους, που γράφουν με βάση την θεολογία των μαθητών.

Ε. Αποκάλυψη


Όπως προείπα, η φύση της Αποκάλυψης είναι διττή, καθώς αποτελεί ένα προφητικό βιβλίο. Όντας προφητικό, δεν μπορεί να ενταχθεί στην λειτουργική ζωή της Εκκλησίας. Πολλοί από τους Πατέρες (Μέγας Βασίλειος, Ιωάννης Χρυσόστομος, Γρηγόριος Θεολόγος), δεν έχουν ασχοληθεί με την ερμηνεία της, ούτε και με το περιεχόμενο της. Ένα προφητικό βιβλίο, είναι ανοιχτό σε ερμηνείες, γεγονός που μπορεί να γίνει επικίνδυνο, καθώς πολύ εύκολα μπορεί να οδηγήσει σε αίρεση, όπως για παράδειγμα ο Χιλιασμός. Ως προς τον συγγραφέα της Αποκάλυψης, η Εκκλησία την αποδίδει λανθασμένα στον Ιωάννη τον Θεολόγο, τον αγαπημένο μαθητή, καθώς από νωρίς κάνουν τον διαχωρισμό οι Πατέρες (Ευσέβιος Καισαρείας, Διονύσιος Αλεξανδρείας) μεταξύ του Ιωάννου του Θεολόγου και του Ιωάννου του Πρεσβύτερου, στον οποίο αποδίδουν και το κείμενο της Αποκάλυψης. Το κείμενο γράφτηκε μετά το 100 μ.Χ.

Δ. Απόκρυφη Γραμματεία

Στη σύγχρονη Εκκλησία, έχει δημιουργηθεί μια λανθασμένη άποψη ανάμεσα στους πιστούς, όσον αφορά την Απόκρυφη Γραμματεία. Στο άκουσμα του όρου «Απόκρυφα», το μυαλό του πιστού τα συνδέει αμέσως με την αιρετική γραμματεία και την αίρεση. Βέβαια, η σκέψη αυτή δεν είναι και απόλυτα λανθασμένη. Πολλά από τα απόκρυφα, ανήκουν σε πλέον αναγνωρισμένες αιρετικές ομάδες, όπως είναι οι Γνωστικοί, στους οποίους θα αναφερθώ εκτενέστερα αργότερα. Αλλά, γενικότερα, η ορολογία απόκρυφα δεν χρησιμοποιείται ή μάλλον δεν πρέπει να χρησιμοποιείται για τις ομάδες των αιρετικών συγγραμμάτων.

Σαφώς, τα περισσότερα κείμενα των απόκρυφων αφορούν μυθοπλαστικά κείμενα, τα οποία καλύπτουν «κενές» περιόδους της ζωής του Ιησού Χριστού, της μητέρας Του ή των Αποστόλων και των λοιπών μαθητών. Μία διευκρίνιση. Το γεγονός αυτό ότι τα απόκρυφα προσπαθούν να καλύψουν αυτές τις περιόδους, δεν αποτελεί προϊόν πονηριάς (με την έννοια ότι υποβαθμίζει κατά μία έννοια την αξιοπιστία των Χριστιανών). Απλά είναι νοοτροπία των ανθρώπων της εποχής να μην αφήνουν κενά σε αυτές τις ιστορίες. Άλλωστε, όπως είπαμε και παραπάνω, αυτός είναι ο λόγος που γράφτηκε και το Κατά Ματθαίον, για να συμπληρώσει τα κενά, που ηθελημένα παραλείπει ο Μάρκος.

Άλλωστε, πολλά απόκρυφα κείμενα, η παράδοση της Εκκλησίας, τα έχει εντάξει στη λατρευτική ζωή της. Μερικά παραδείγματα είναι η Κοίμησης της Θεοτόκου, που προέρχεται από ψευδεπίγραφο απόκρυφο, το οποίο φέρει το όνομα του Αγίου Ιωάννου του Θεολόγου, η γνωστή εικόνα της Εις Άδου Κάθοδος, που βασίζεται στην περιγραφή που μας δίνει το ψευδεπίγραφο Ευαγγέλιο του Αγίου Νικοδήμου ή ακόμη, οι περιπέτειες του νεαρού Ιησού και της μητέρας του κατά την φυγή στην Αίγυπτο, που αποτυπώνονται με γλαφυρότητα από τον μελωδό στον Ακάθιστο Ύμνο, προέρχονται από το απόκρυφο Πρωτευαγγέλιο του Ιακώβου. Βλέπουμε ότι, η Εκκλησία, δεν θεωρεί την Απόκρυφη Γραμματεία αιρετική, χωρίς ωστόσο πάντοτε να αποδέχεται το περιεχόμενο της (Πράξεις Πιλάτου, Επιστολή Λεντούλου προς Τιβέριο), αλλά όποτε συμφωνεί με την αρχέγονη παράδοσή της, ενστερνίζεται αυτές τις γραφές και τις αποδέχεται. Μην νομίζουμε όμως, πως τα κείμενα αυτά θεωρούνται κανονικά (δηλαδή εντάσσονται στον Κανόνα της Κ.Δ.). Η διαμόρφωση του Κανόνα προϋποθέτει και αποστολική διαδοχή, γεγονός που δεν ισχύει για τα παράτυπα και ψευδεπίγραφα απόκρυφα κείμενα.

Ε. Απόκρυφη Γραμματεία των Γνωστικών

"Είναι αμύθητο το πλήθος των αποκρύφων και των νόθων γραφών, που αυτοί [οι Γνωστικοί] έχουν πλάσει"
Ειρηναίος Λυώνος, Έλεγχος, Α’, 20

Ο Άγιος Ειρηναίος, μας γνωστοποιεί στο παραπάνω απόσπασμα του έργου του, ότι, την εποχή κατά την οποία γράφει (περίπου 180 μ.Χ.), υπάρχει και κυκλοφορεί μεγάλο πλήθος κειμένων από την ομάδα των Γνωστικών. Ο όρος αίρεση, στα πρώτα χριστιανικά χρόνια δεν ήταν πολύ διαδεδομένος, ο Ειρηναίος καταδικάζει τα κείμενα των Γνωστικών ως ψεύτικα και φανταστικά. Προτού συνεχίσω σε περαιτέρω ανάλυση, να παραθέσω δύο λόγια για την σέκτα των Γνωστικών. Οι γνωστικοί ήταν και αυτοί μία χριστιανική ομάδα, που όμως με την πάροδο του χρόνου, δημιούργησαν μία δική τους θεολογία και κοσμολογία, παίρνοντας στοιχεία τόσο από την ιουδαιοχριστιανική παράδοση, όσο και από την προχριστιανική πλατωνική και πυθαγόρεια διδασκαλία. Ο Γνωστικισμός, δέχεται την ύπαρξη ενός υπέρτατου και ανώτερου Θεού, από τον οποίο προήλθαν οι Αιώνες, κατώτερες θεότητες. Ένας τέτοιος Αιώνας (και μάλιστα ο κατώτερος και πιο μοχθηρός) είναι ο Θεός της Παλαιάς Διαθήκης. Κατά την γέννηση του κόσμου, λοιπόν, κάποιοι θεϊκοί σπινθήρες (οι ψυχές), παγιδεύτηκαν μέσα στα ανθρώπινα σώματα. Σκοπός του ανθρώπου είναι να απελευθερώσει την ψυχή από το σώμα, που όχι μόνο έχει φυλακίσει την ψυχή, μα και είναι κακό από την φύση του. Αυτό θα το πετύχει με την επίτευξη της γνώσης (που, σύμφωνα με τους Γνωστικούς είναι η αυτογνωσία), που παρέχεται με την βοήθεια ενός ανώτερου Αιώνα που ονομάζεται Χριστός. Δίδαξαν επίσης έναν ασκητισμό, τελείως διαφορετικός κατ’ ουσίαν με τον ασκητισμό της Εκκλησίας. Σκοπός των Γνωστικών, είναι η καταστροφή του σώματος, ενώ στην Εκκλησία, ο μοναχός προσφέρει τον εαυτό του ψυχή τε και σώματι στον Θεό.

Η αρχαιολογία, έχει ανακαλύψει πολλά κείμενα, που μας έχουν παρουσιάσει μια πιο ξεκάθαρη εικόνα για αυτή την διδασκαλία. Από τα πιο γνωστά, είναι το ευαγγέλιο της Αληθείας, το κατά Φίλιππο και το κατά Ματθαίο (ψευδεπίγραφο). Το μεγαλύτερο ενδιαφέρον έχει παρουσιάσει στην σύγχρονη έρευνα, είναι το Ευαγγέλιο του Ιούδα, από τη συλλογή Nag Hamadi της Αιγύπτου (Άνω Αίγυπτος 1946). Σύμφωνα με αυτό το κείμενο, ο Ιησούς, ως ο παγιδευμένος αιώνας Χριστός στη γη, θέλει να απελευθερωθεί από το φθαρτό του σώμα και να επιστρέψει στη θεία του φύση. Τα δεδομένα στην ιστορία αλλάζουν. Οι μαθητές αδυνατούν να κατανοήσουν αυτά που λέει ο Ιησούς, με αποτέλεσμα ο δάσκαλος τους πολύ συχνά να γίνεται καυστικός και σαρκαστικός. Μόνο ένας μπορεί και τον κατανοεί. Μόνο ο Ιούδας, στο πρόσωπο του οποίου, ο Ιησούς εμπιστεύεται την σωτηρία του ίδιου (του Ιησού). Του ζητάει να προβεί στην προδοσία του που θα οδηγήσει στον σταυρό και στον θάνατο, που επιτέλους θα τον ελευθερώσει. Ο Ιούδας παρουσιάζεται ανώτερος από τους υπόλοιπους μαθητές, αλλά πάλι δεν θα μπει στην βασιλεία του Θεού (που παρουσιάζεται ως παλάτι), εξαιτίας της προδοσίας του. Η Εκκλησία, απέρριψε το κείμενο ως αιρετικό (Ειρηναίος, Τερτυλλιανός, Επιφάνιος, Θεοδώρητος), καθώς αντιτίθεται στις βασικές τις διδασκαλίες της. Η εκκλησία, τονίζει την σωτηρία του ανθρώπου από την αμαρτία, όχι την σωτηρία κάποιας αόριστης θεότητας που παγιδεύτηκε στη γη. Πιστεύει στην ιστορική παρουσία του Θεού στη γη, ενώ οι Γνωστικοί, όταν δεν την μυθοποιούν, αδιαφορούν για αυτή. Η παρουσία του Χριστού στη γη είναι απλά φαινομενική, αντίθετα με την Εκκλησιαστική άποψη, της ενανθρωπήσεως του Υιού και Λόγου του Θεού. Τέλος, το Ευαγγέλιο του Ιούδα ολοκληρώνεται με την πράξη της προδοσίας, ενώ όλα τα υπόλοιπα Ευαγγέλια, τελειώνουν με μια διήγηση της Ανάστασης.

ΣΤ. Βιβλιογραφία

Χρήστου Κ. Παναγιώτης, Εκκλησιαστική Γραμματολογία, Άφοι Κυριακίδη, Θεσσαλονίκη 1981, Α΄ Μέρος «Α. Εισαγωγή», Σελίδες 3 – 6.

Βασίλειος Διον. Κουκουσάς, Εγχειρίδιο Εκκλησιαστικής Ιστορίας, Collecta Academia IX, Ostracon Publishing, Θεσσαλονίκη 2014, 2ο Κεφάλαιο: «Ίδρυση και οργάνωση της Εκκλησίας», Σελίδες 201 – 207.

Ιωάννης Δ. Καραβιδόπουλος, Εισαγωγή στην Καινή Διαθήκη, Ostracon Publishing, Θεσσαλονίκη 2016, Κεφάλαιο 30: «Τα Απόκρυφα βιβλία της Καινής Διαθήκης και τα «Άγραφα» Λόγια του Ιησού», Σελίδα 437 – 448.

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Αγία Σοφία και Ορθοδοξία

Στις 10 Ιουλίου του 2020, η τουρκική κυβέρνηση ακύρωσε το διάταγμα του 1934, το οποίο μετέτρεψε την Αγία Σοφία σε μνημείο της Παγκόσμιας Πολιτιστικής Κληρονομιάς. Ο σκοπός που οδήγησαν στην απόφαση αυτή του Τούρκου προέδρου Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, είναι διπλός. Πέρα από ένα ισχυρό χτύπημα στο θρησκευτικό συναίσθημα όλου του Ορθόδοξου και λοιπού Χριστιανικού κόσμου, ο Ερντογάν δηλώνει μια νέα αρχή για το έθνος του. Ακυρώνοντας το διάταγμα που υπεγράφη στην εποχή του Κεμάλ Ατατούρκ (ηγέτης του κινήματος των Νεότουρκων), θέτει τα θεμέλια για ένα νέο κίνημα, ένα αναδιοργανωμένο έθνος, με ένα ανανεωμένο εκ βάθους σύστημα, υπό την δική του πλέον ηγεσία. Η Αγία Σοφία αποτέλεσε Χριστιανικό Ορθόδοξο Ναό για χίλια χρόνια περίπου. Εγκαινιάστηκε στις 27 Δεκεμβρίου του έτους 537 από τον ευσεβή βασιλιά του Βυζαντίου Ιουστινιανό. Στα χρόνια των λατινικών κατακτήσεων, λειτούργησε ως Ρωμαιοκαθολικός ναός μέχρι και το 1261, οπότε και ο Μιχαήλ Η' Παλαιολόγος, ανακαταλαμβάνει την Κωνσταντινούπολη κ...

Περί Διακονίας

  «Στέφανος πλήρης πίστεως καὶ δυνάμεως ἐποίει τέρατα καὶ σημεῖα μεγάλα ἐν τῷ λαῷ».(Πραξ. Αποστόλων, στ΄8-15, ζ΄1-60) Ήρθε ο καιρός, όπου κληθήκαμε να διακονήσουμε την Εκκλησία του Χριστού για ακόμη μία φορά. Το καθήκον το οποίο θελήσαμε να αναλάβουμε, με αγάπη και θυσία, καθώς δεν είναι ένα απλό έργο, ή κάτι το οποίο πρέπει να αντιμετωπιστεί ελαφρά τη καρδία. Όλοι αφήνουμε τη βόλεψη του σπιτιού μας, τη δροσιά και την χαλάρωση, για να έρθουμε να διακονήσουμε τα παιδιά Του, που Εκείνος, ας εμπιστεύτηκε για αυτές τις λίγες, μα γεμάτες μέρες.  Όμως τι είναι αυτό το οποίο μας κάνει όντως πραγματικούς, αλλά και αποτελεσματικούς διακόνους της Εκκλησίας; Στην αρχή, παρατέθηκε ένα χωρίο από τις Πράξεις των Αποστόλων, το οποίο μιλάει για τον Πρωτομάρτυρα Στέφανο. Αυτόν τον νέο, που αν και σύντομος ο βίος και η διακονία του, χάραξε στην ιστορία της Εκκλησίας το πραγματικό νόημα της διακονίας. Βλέπετε, δεν είναι λίγες οι φορές που αμφιβάλλουμε αν όλος ο κόπος μας αξίζει, αν έχουμε όντως ...

Νέοι Ορίζοντες

 Το έτος 2020 έφτασε στο τέλος του. Ένα ακόμη έτος έκανε τον κύκλο του. Το ατέρμονο ποτάμι του χρόνου όμως συνεχίζει να κυλά. Δεξιά και αριστερά θα δούμε ανθρώπους ανακουφισμένους που αυτή η δύσκολη χρονιά έφυγε, έχοντας την ελπίδα ότι μαζί με αυτή, θα φύγουν και οι δυσκολίες που συντάραξαν τον πλανήτη μας. Ο άνθρωπος όσο ζει θα ελπίζει, έχοντας την προτροπή προς το καλύτερο, είτε αυτό είναι κάτι υλικό είτε πνευματικό, ανάλογα με τον τρόπο ζωής που επιλέγει ο καθένας.  Ωστόσο, τι είναι αυτό που πρέπει πραγματικά να αποζητάμε από μια νέα περίοδο στη ζωή μας; Πώς πρέπει να είναι μια ανασκόπηση του χρόνου που πλέον έχει παρέλθει; Είναι σημαντικό, αν είμαστε άνθρωποι που επιζητάμε τα επουράνια και όχι τα γήινα, να βλέπουμε στα γεγονότα του χρόνου ότι καλό και ωφέλιμο, και όχι κάτι που πιθανόν θα κάνει τη ζωή μας πιο βολική. Ακόμα και μέσα από την δύσκολη πανδημία του κορονοϊού, μπορούμε να κοιτάξουμε πίσω στις στιγμές εκείνες του φόβου και του σκοτεινού κενού που νιώθαμε κλεισμένο...