"Πώς προσπαθείς να κατανοήσεις με την ανθρώπινη λογική τον Θεό, όταν ο ίδιος ο Χριστός, που έχει δώσει σε εμάς τόσους κανόνες για να τηρούμε, έκανε πρώτο πολίτη του παραδείσου έναν ληστή με ένα απλό μνήσθητι μου;"
Πατήρ Ιουστίνος, Μητροπολίτης Ν. Κρήνης και Καλαμαριάς.
Αν παρατηρήσουμε την καθημερινότητα μας, θα συνειδητοποιήσουμε ότι έχουμε μια διαρκή τάση να εκλογικεύουμε οτιδήποτε μας συμβαίνει. Παραδίδεται, συνήθως και χωρίς να το καταλαβαίνει στην ορθολογιστική σκέψη. Ξεχνάμε ότι ο άνθρωπος είναι ένας συνδυασμός, σαρκός και πνεύματος, και για να λειτουργεί σωστά, χρειάζεται μια ισοδύναμη ικανοποίηση και των δύο τομέων. Ξεφεύγοντας από αυτή τη λεπτή ισορροπία, καταλήγουμε σε δύο άκρα. Αν προσηλωθούμε στα πνευματικά, περιφρονώντας την σάρκα, πέφτουμε στην πλάνη των Δοκήτων, που επιδίωκαν την καταστροφή του σώματος. Αν από την άλλη, δίνουμε πρωταρχική βάση στην ύλη και στα αγαθά που ικανοποιούν την σάρκα, είναι μια αρχή που μας οδηγεί στη ορθολογικοποίηση της ζωής μας. Που σταδιακά οδηγεί σε μια κατάσταση νομικής σκέψεως, όπου όλα πρέπει να βγάζουν νόημα σύμφωνα με το πώς μπορούν να γίνουν αντιληπτά από το ανθρώπινο μυαλό, ξεχνώντας εντελώς το πνεύμα και την επέμβαση του Θεού στη ζωή μας.
Κάποτε ο Φιλόσοφος Επίκουρος, στην προσπάθεια του να αναλύσει την ιδέα του Θείου, κατέληξε σε μια διαπίστωση που πολλοί από εμάς, ακόμη και πιστοί, κάνουμε.
"Εάν ο Θεός δεν μπορεί να εμποδίσει το κακό, τότε δεν είναι Παντοδύναμος. Αν δεν θέλει να το εμποδίσει, τότε δεν είναι Πανάγαθος. Έχει και την δύναμη και την βούληση να το εμποδίσει; Τότε από που προέρχεται το κακό; Δεν έχει ούτε την βούληση αλλά ούτε και την δύναμη; Τότε γιατί τον λέμε Θεό;"
Φαινομενικά, η διαπίστωση του Επίκουρου είναι ανθρωπίνως αλάνθαστη. Πώς είναι δυνατό ο Θεός, το απόλυτο καλό σε αυτό το κόσμο, πανάγαθος και παντοδύναμος, να επιτρέπει το κακό να υπάρχει; Ας πάρουμε όμως τα πράγματα από την αρχή. Δεν χρειάζεται να το κοιτάξουμε καν από το ορθόδοξο πρίσμα, παρά μόνο να το δούμε πραγματιστικά, συνειδητοποιεί ότι ο άνθρωπος είναι ο δημιουργός της δυστυχίας σε αυτόν τον κόσμο. Ο Αδάμ και η Εύα, μόνοι τους επέλεξαν την παρακοή και να απαρνηθούν τον Θεό, με συνέπεια την πτώση. Βλέποντας την συνέχεια της ιστορίας, αποτελεί το σημείο κλειδί που εξηγεί ξεκάθαρα την λογική των πρωτοπλάστων που έχουμε υιοθετήσει και εμείς σήμερα. Ο Θεός καλεί τον Αδάμ και ο τελευταίος αρνείται να παρουσιαστεί μπροστά στον Δημιουργό του, συνειδητοποιώντας ότι είναι γυμνός. Όταν ο Αδάμ ρωτάται πώς γίνεται να γνωρίζει ότι είναι γυμνός και αν έφαγε από τον απαγορευμένο καρπό, πρώτον αρνείται να απαντήσει ξεκάθαρα. Δεν λέει στον Θεό "Ναι έφαγα". Αρνείται ακόμα και αυτή την ομολογία και αμέσως ρίχνει το φταίξιμο στην Εύα και έμμεσα στον ίδιο τον Θεό, λέγοντας ότι η γυναίκα που εσύ μου έδωσες. Παρόμοια και Εύα που κατηγορεί τον όφι που ο Θεός έφτιαξε. Αυτό είναι το απόσταγμα της νομικής σκέψεως, του άκρατου ορθολογισμού. Ψάχνει λογικές αιτίες και συμπεράσματα, που όμως ανήκουν πάντα σε εξωτερικούς παράγοντες. Στρέφονται πάντα προς τα έξω, στα λάθη της κοινωνίας, της ομάδας, της Εκκλησίας, του κλήρου, ή ακόμα και του Θεού. Ψάχνουμε δικαιολογίες, γιατί ο άνθρωπος αρνείται να κοιτάξει κατά κυριολεξία έναν καθρέπτη και να δει αυτός ο ίδιος ποιος είναι. Ο ίδιος που έχει σφάλει και που έχει διαπράξει την αδικία. Αν αρνηθεί να το κάνει αυτό, θα καταντήσει ο άνθρωπος έρμαιο του ορθολογισμού, που πάντοτε θα θολώνει την πραγματικότητα και θα αναζητά θύτες και θύματα σε όλους, εκτός από τον εαυτό του, φτάνοντας στο σημείο εν τέλει να ζητάει λογαριασμό ακόμα και από τον ίδιο τον Θεό! Θέλει προσοχή και υπομονή, θάρρος και προπαντός ταπείνωση, για να καταλάβω ποιος είμαι. Και αν μπω σε αυτή τη διαδικασία, και δω το σωρό της αμαρτίας μέσα μου, τότε μόνο θα μπορέσω να ξεφύγω από αυτή τη παγίδα της σκέψεως και του ορθολογισμού. Και θα μπορέσω να ξεκινήσω να ζω.
Πατήρ Ιουστίνος, Μητροπολίτης Ν. Κρήνης και Καλαμαριάς.
Αν παρατηρήσουμε την καθημερινότητα μας, θα συνειδητοποιήσουμε ότι έχουμε μια διαρκή τάση να εκλογικεύουμε οτιδήποτε μας συμβαίνει. Παραδίδεται, συνήθως και χωρίς να το καταλαβαίνει στην ορθολογιστική σκέψη. Ξεχνάμε ότι ο άνθρωπος είναι ένας συνδυασμός, σαρκός και πνεύματος, και για να λειτουργεί σωστά, χρειάζεται μια ισοδύναμη ικανοποίηση και των δύο τομέων. Ξεφεύγοντας από αυτή τη λεπτή ισορροπία, καταλήγουμε σε δύο άκρα. Αν προσηλωθούμε στα πνευματικά, περιφρονώντας την σάρκα, πέφτουμε στην πλάνη των Δοκήτων, που επιδίωκαν την καταστροφή του σώματος. Αν από την άλλη, δίνουμε πρωταρχική βάση στην ύλη και στα αγαθά που ικανοποιούν την σάρκα, είναι μια αρχή που μας οδηγεί στη ορθολογικοποίηση της ζωής μας. Που σταδιακά οδηγεί σε μια κατάσταση νομικής σκέψεως, όπου όλα πρέπει να βγάζουν νόημα σύμφωνα με το πώς μπορούν να γίνουν αντιληπτά από το ανθρώπινο μυαλό, ξεχνώντας εντελώς το πνεύμα και την επέμβαση του Θεού στη ζωή μας.
Κάποτε ο Φιλόσοφος Επίκουρος, στην προσπάθεια του να αναλύσει την ιδέα του Θείου, κατέληξε σε μια διαπίστωση που πολλοί από εμάς, ακόμη και πιστοί, κάνουμε.
"Εάν ο Θεός δεν μπορεί να εμποδίσει το κακό, τότε δεν είναι Παντοδύναμος. Αν δεν θέλει να το εμποδίσει, τότε δεν είναι Πανάγαθος. Έχει και την δύναμη και την βούληση να το εμποδίσει; Τότε από που προέρχεται το κακό; Δεν έχει ούτε την βούληση αλλά ούτε και την δύναμη; Τότε γιατί τον λέμε Θεό;"
Φαινομενικά, η διαπίστωση του Επίκουρου είναι ανθρωπίνως αλάνθαστη. Πώς είναι δυνατό ο Θεός, το απόλυτο καλό σε αυτό το κόσμο, πανάγαθος και παντοδύναμος, να επιτρέπει το κακό να υπάρχει; Ας πάρουμε όμως τα πράγματα από την αρχή. Δεν χρειάζεται να το κοιτάξουμε καν από το ορθόδοξο πρίσμα, παρά μόνο να το δούμε πραγματιστικά, συνειδητοποιεί ότι ο άνθρωπος είναι ο δημιουργός της δυστυχίας σε αυτόν τον κόσμο. Ο Αδάμ και η Εύα, μόνοι τους επέλεξαν την παρακοή και να απαρνηθούν τον Θεό, με συνέπεια την πτώση. Βλέποντας την συνέχεια της ιστορίας, αποτελεί το σημείο κλειδί που εξηγεί ξεκάθαρα την λογική των πρωτοπλάστων που έχουμε υιοθετήσει και εμείς σήμερα. Ο Θεός καλεί τον Αδάμ και ο τελευταίος αρνείται να παρουσιαστεί μπροστά στον Δημιουργό του, συνειδητοποιώντας ότι είναι γυμνός. Όταν ο Αδάμ ρωτάται πώς γίνεται να γνωρίζει ότι είναι γυμνός και αν έφαγε από τον απαγορευμένο καρπό, πρώτον αρνείται να απαντήσει ξεκάθαρα. Δεν λέει στον Θεό "Ναι έφαγα". Αρνείται ακόμα και αυτή την ομολογία και αμέσως ρίχνει το φταίξιμο στην Εύα και έμμεσα στον ίδιο τον Θεό, λέγοντας ότι η γυναίκα που εσύ μου έδωσες. Παρόμοια και Εύα που κατηγορεί τον όφι που ο Θεός έφτιαξε. Αυτό είναι το απόσταγμα της νομικής σκέψεως, του άκρατου ορθολογισμού. Ψάχνει λογικές αιτίες και συμπεράσματα, που όμως ανήκουν πάντα σε εξωτερικούς παράγοντες. Στρέφονται πάντα προς τα έξω, στα λάθη της κοινωνίας, της ομάδας, της Εκκλησίας, του κλήρου, ή ακόμα και του Θεού. Ψάχνουμε δικαιολογίες, γιατί ο άνθρωπος αρνείται να κοιτάξει κατά κυριολεξία έναν καθρέπτη και να δει αυτός ο ίδιος ποιος είναι. Ο ίδιος που έχει σφάλει και που έχει διαπράξει την αδικία. Αν αρνηθεί να το κάνει αυτό, θα καταντήσει ο άνθρωπος έρμαιο του ορθολογισμού, που πάντοτε θα θολώνει την πραγματικότητα και θα αναζητά θύτες και θύματα σε όλους, εκτός από τον εαυτό του, φτάνοντας στο σημείο εν τέλει να ζητάει λογαριασμό ακόμα και από τον ίδιο τον Θεό! Θέλει προσοχή και υπομονή, θάρρος και προπαντός ταπείνωση, για να καταλάβω ποιος είμαι. Και αν μπω σε αυτή τη διαδικασία, και δω το σωρό της αμαρτίας μέσα μου, τότε μόνο θα μπορέσω να ξεφύγω από αυτή τη παγίδα της σκέψεως και του ορθολογισμού. Και θα μπορέσω να ξεκινήσω να ζω.
Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου