Κεφάλαιο
Δεύτερο
Πικρές
Αναμνήσεις
24 Απριλίου 1821, Περασμένα Μεσάνυχτα
Ο κουτσός μπήκε στο μισογκρεμισμένο σπίτι. Αν και εξωτερικά
φαινόταν σαν να έχει μείνει ακατοίκητο για δεκαετίες ολόκληρες, είχε καταφέρει
κάπως να αναστηλώσει το εσωτερικό. Τίποτα ιδιαίτερο βέβαια. Ένα γραφείο και ένα
κρεβάτι λίγο παραπέρα. Ανοιχτά βιβλία και διάφορα χαρτιά υπήρχαν απλωμένα στο
γραφείο. Ο κουτσός έβγαλε το πανωφόρι του, το άφησε να πέσει πάνω στο κρεβάτι
και σωριάστηκε πάνω στη καρέκλα. Κάλυψε με το ένα χέρι το μέτωπο του, σαν να προσπαθούσε
να διώξει τις τύψεις και τις ενοχές. Αλλά μέσα του θεωρούσε πως έπραξε το καλό.
Το δίκαιο. Όλα ήταν θέμα ισορροπίας. Η βία φέρνει βία. Και αυτός ήθελε ηρεμία
στη ψυχή του και πίστευε ότι με τον θάνατο Ελλήνων πολεμιστών θα το επιτύχει.
Κοίταξε ένα σκίτσο μιας γυναίκας που είχε ζωγραφίσει με κάρβουνο ο ίδιος του
εδώ και πολύ καιρό. Και οι αναμνήσεις αμέσως τον κατέκλυσαν. Πικρές αναμνήσεις.
16 Ιουνίου 1814
Εκείνη την ημέρα, η πρώτη ζωή του Αλέξανδρου τελείωσε. Όταν ήταν νέος
ο Αλέξανδρος, ήταν κλέφτης πάνω στα
βουνά. Πανέξυπνος και πολυμήχανος στον κλεφτοπόλεμο ενάντια στους Τούρκους. Σύντομα
έγινε ένας τοπικός θρύλος και δεξί χέρι του οπλαρχηγού της ομάδας. Σύντομα
παντρεύτηκε μια καλή γυναίκα. Αν και δεν ζούσαν μαζί, καθώς ο Αλέξανδρος δεν θα
εγκατέλειπε με τίποτα τον αγώνα στα βουνά, ήταν αγαπημένοι και πολλές φορές η
Αντιγόνη -έτσι έλεγαν την γυναίκα- πήγαινε με κίνδυνο της ίδιας της τής ζωής να
τον δει. Ο Αλέξανδρος με το όραμα της ελευθερίας της χώρας του στο μυαλό, δεν
μπορούσε να είναι πιο χαρούμενος και αισιόδοξος για τον αγώνα. Η επιτυχία του και
η ευτυχία δεν κράτησε για πολύ. Σύντομα έφτασε ο φθόνος από τους ίδιους τους συμπολεμιστές
του.
Αρκετοί ήταν οι βετεράνοι που πολεμούσαν για χρόνια και χρόνια τους
Τούρκους στα βουνά. Αν και η εμφάνιση νέου αίματος συνήθως ήταν καλοδεχούμενη, τον
Αλέξανδρο σύντομα τον μίσησαν για το μυαλό του και για το γεγονός ότι ο ίδιος ο
οπλαρχηγός τον προόριζε για διάδοχο του. Κάποιος πολεμιστής, που λεγόταν Πέτρος,
θέλησε να δώσει ένα μάθημα. Ένα βράδυ, που ο Αλέξανδρος κατέβηκε στα μυστικά σε
ένα χωριό, ο Πέτρος τον ακολούθησε. Ζωσμένος με δύο μεγάλες πιστόλες, γεμάτες
και οι δύο, σκόπευε να τρομοκρατήσει τον Έλληνα πολεμιστή και να του δώσει να καταλάβει
ότι πρέπει να αφήσει τις βλέψεις του για αρχηγός της ομάδας. Τον είδε που πήρε
ένα σοκάκι προσεκτικά προς τα αριστερά. Τον ακολουθούσε στις μύτες τον ποδιών
του, χωρίς να κάνει τον παραμικρό θόρυβο, φοβούμενος μην αποκαλυφθεί. Ο
Αλέξανδρος σταμάτησε λίγο, σαν να διαισθάνθηκε ότι κάποιος τον πήρε στο κατόπι.
Στάθηκε λίγο και ύστερα μπήκε σε ένα σπίτι που φαινόταν εγκαταλελειμμένο.
Εξωτερικά ήταν πολύ παλιό. Η πόρτα ήταν ανοιχτή και ένα αμυδρό φως τρεμόπαιζε μέσα
στο σπίτι. Ο Πέτρος βγάζοντας το ένα πιστόλι πλησίασε αποφασιστικά. Πρόσεξε από
την χαράδρα της πόρτας το σημείο που στεκόταν ο Αλέξανδρος. Δεν ήθελε να τον
σκοτώσει. Μόνο να τον τρομοκρατήσει. Περίμενε για μερικά δευτερόλεπτα και κλωτσώντας
με δύναμη την πόρτα, μπήκε μέσα.
Αν και ορκιζόταν πώς δεν είχε δει την Αντιγόνη και δεν σκόπευε ποτέ
να αφαιρέσει μια αθώα ζωή, ήταν πλέον αργά. Την ώρα που ο Πέτρος στόχευε τον
ώμο του Αλέξανδρου, εμφανίστηκε η Αντιγόνη και δέχτηκε την σφαίρα στην
ωμοπλάτη. Ο Αλέξανδρος την κρατούσε στα χέρια του καθώς ξεψυχούσε. Ο Πέτρος
παγωμένος σαν άγαλμα, δεν πίστευε αυτό που είχε κάνει. Ο Αλέξανδρος ακούμπησε απαλά
το άψυχο πλέον σώμα της γυναίκας του στο έδαφος και της έκλεισε τα μάτια. Τυφλός
από το μίσος χίμηξε στον Πέτρο. Και θα τον σκότωνε επιτόπου, αν ο Πέτρος δεν
έβγαζε το δεύτερο πιστόλι. Το βόλι τον βρήκε στο καλάμι του ποδιού. Έπεσε στο έδαφος
βγάζοντας κραυγές πόνου. Ο Πέτρος, δεν τον βοήθησε, αλλά πελαγωμένος τον άφησε
εκεί που ήταν, να καταριέται θεούς και δαίμονες, μέχρι που ξέσπασε σε γοερό
κλάμα, που αντηχούσε στο μαύρο σκοτάδι της νύχτας
24 Απριλίου 1821, Περασμένα Μεσάνυχτα
Τώρα βρισκόταν μέσα στο ίδιο εκείνο σπίτι, που 7 χρόνια πριν, μια
ζωή σχεδόν, είχε γίνει το φονικό της γυναίκας του. Δεν ήταν όμως αυτό που τον
ώθησε στην εκδίκηση. Το πόδι του πλέον, θα έμενε στην κατάσταση που ήταν. Δεν
θα άλλαζε ποτέ. Έμεινε κουτσός. Ο οπλαρχηγός, μόλις έμαθε την αναπηρία του Αλέξανδρου,
τον έδιωξε από την ομάδα των κλεφτών. Και όχι μόνο αυτό, αλλά κατηγορήθηκε ότι διασπείρει
διχόνοια. Αυτή η αντιμετώπιση ήταν που τον οδήγησε σε ένα άσβεστο μίσος ενάντια
στους Έλληνες. Οι πολεμιστές δεν αναγνώριζαν τη δικαιοσύνη, παρά μόνο αυτή που
μπορούσε να επιβληθεί με το όπλο τους.
Και τώρα, οι ζωές δεκάδων χαμένων αγωνιστών βάραιναν την ψυχή του.
Αλλά δεν τον ένοιαζε. Από εκείνη την ημέρα, αποδέχτηκε ότι δεν έχει πια ψυχή,
αν και αυτό δεν μπορούσε να είναι πιο μακριά από την αλήθεια. Αν και έκανε
γενναίες προσπάθειες να μην ακούει την συνείδηση του, η οποία τον κατηγορούσε για
το αποτρόπαιο έγκλημά του, αδυνατούσε να βγάλει από το μυαλό του ότι έγινε ένας
νέος Εφιάλτης, ένας Ιούδας, που εξαιτίας του, αθώες ψυχές χάθηκαν στο Βαλτέτσι,
εξαιτίας του. Ξάπλωσε και προσπάθησε να κοιμηθεί. Αλλά ήταν ένας ταραγμένος
ύπνος. Οι μορφές των πεσμένων αγωνιστών στοίχειωσαν τον ύπνο του. Δεν θα υπήρχε
μέρα μετά από αυτή που θα μπορούσε να έχει έναν ήρεμο ύπνο.
Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου