Κεφάλαιο
Τρίτο
Λόγια Μετάνοιας
Ο Δημοσθένης έκλεγε απαρηγόρητος στα πόδια του μοναχού. Άδικα
πάσχιζε ο πατέρας Αθανάσιος να τον επαναφέρει στην πραγματικότητα.
«Τα κρίματα του αδελφού σου δεν είναι δικά σου κρίματα. Η προδοσία
του δεν είναι δικιά σου προδοσία!» του έλεγε, αλλά ο Δημοσθένης χτυπούσε το
στήθος του και αρνούνταν να κοιτάξει και τον ίδιο τον πνευματικό του στα μάτια.
«Δεν καταλαβαίνεις; Ήμουν ο μόνος που μπορούσα να σταματήσω το σκοτάδι
που είχε στη ψυχή του, εγώ μόνο θα μπορούσα να σταματήσω την πανουργία του».
«Πάψε να κατηγορείς τον εαυτό σου!» του είπε τότε αυστηρά ο πνευματικός.
«Ο αδερφός σου έκανε τις επιλογές του. Εσύ γιατί να είσαι υπεύθυνος για αυτές;
Δεν υπάρχει λόγος να ξεφεύγεις από τον σκοπό σου, παλικάρι. Ο αγώνας
συνεχίζεται. Η πατρίδα σε χρειάζεται. Ο Γέρος και αυτός έχει ανάγκη από άνδρες
σαν και εσένα».
Ο νέος σηκώθηκε, σκούπισε τα κόκκινα από το κλάμα μάτια του και
κάθισε στην καρέκλα απέναντι από τον μοναχό.
«Εξήγησε μου πάτερ» είπε, βρίσκοντας την κυριαρχία πάνω στα
συναισθήματα του. «Εσύ πώς γίνεται να είσαι καλά; Μην με παρεξηγήσεις, αλλά
έχασες τον αδελφό σου στο Βαλτέτσι, έτσι δεν είναι; Πώς μπορείς και μένεις ατάραχος
και η πίστη σου είναι ακράδαντη ακόμα;».
Έτος 1800, Τριπολιτσά.
Ο Αθανάσιος, πριν αποκτήσει το όνομα αυτό, σε μια άλλη, μακρινή πλέον
ζωή, ήταν ο Ανδρέας, ένα μικρό παιδί, γέννημα θρέμμα της Τριπολιτσάς. Οι γονείς
ευσεβείς, γεννημένοι και αυτοί στην πόλη της Τρίπολης. Ο μικρός Ανδρέας, είχε έναν
αδελφό, μεγαλύτερο κατά 6 έτη. Ο πατέρας των δύο νέων ήταν πρώην κλέφτης.
Πολέμησε κάτω από το ίδιο λάβαρο του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη και δημιουργήθηκε φιλία
μεταξύ των δύο. Άφησε τον πόλεμο πίσω του, όταν ένα τραύμα στο πόδι τον άφησε
ανάπηρο, ανίκανο πλέον να συνεχίσει ως πολεμιστής. Ο Θεός όμως δεν τον άφησε στην
τύχη του. Η νέα και όμορφη Βασιλική, η γυναίκα που φρόντισε τον κλέφτη, ήταν και
αυτή που επέλεξε να τον φροντίζει και για το υπόλοιπο της κοινής ζωής τους.
Τα δύο παιδιά κατέληξαν να είναι όμως δύο αντίθετες φύσεις. Από την
μία πλευρά, ο Θανάσης, το πρώτο παιδί, μεγαλωμένο με τις ιστορίες του κλέφτη
πατέρα του πάνω στα βουνά, διαμόρφωσε έναν πολεμικό χαρακτήρα, όχι όμως όπως του
πατέρα του. Ο πατέρας του είχε θερμή τη πίστη, ο Θανάσης όμως από μικρός μίσησε
τον κατακτητή. Άλλωστε δεν ήταν λίγες οι φορές που η παιδική του ψυχή είδε τέτοιες
σκηνές ωμής βίας από τους Τούρκους σε βάρος συνανθρώπων του. Το μίσος αυτό θα
τον ακολουθούσε σε όλα τα χρόνια της ζωής του.
Ο Ανδρέας, μια ήσυχη φύση, έδειξε από πολύ νωρίς την αγάπη του για
τον Θεό και την Εκκλησία Του. Δεν ήταν λίγες οι φορές που ο μεγάλος του αδελφός
αρπαζόταν μαζί του
«Μα ο Χριστός είπε να αγαπάμε τους εχθρούς μας. Να γυρίζουμε και
το άλλο μάγουλο όταν μας χτυπάνε» έλεγε το μικρό παιδί, φέρνοντας στη μνήμη του
τις ιστορίες του Ευαγγελίου που του έλεγε η μάνα του, φουρκίζοντας τον μεγάλο
του αδελφό.
«Εδώ και 400 χρόνια αυτό κάνουμε. Και συνεχίζουν να μας χτυπούν;
Και τι κάνανε οι προσευχές μας; Ε; Τι έκανε η προσευχή για αυτούς που τους κρέμασαν
οι Τούρκοι στην πλατεία προχθές;». Και ο μικρός Ανδρέας, στεναχωρημένος,
πάντοτε σώπαινε.
Τοπικός ήρωας στην γύρω περιοχή, ήταν ένας κλέφτης που τον έλεγαν
Γεώργιο. Ένας θρύλος για τα παιδιά, ένας μεγάλος αγωνιστής του έθνους για τους μεγαλυτέρους.
Κανείς δεν γνώριζε πολλά για αυτόν. Ήξεραν ότι είχε έρθει από την
Κωνσταντινούπολη. Ήταν μέλος του τουρκικού τακτικού στρατού, αλλά διώχθηκε από
εκεί, όταν οι Τούρκοι ανακάλυψαν ότι είναι χριστιανός και προσπαθούσε να κηρύξει
το μήνυμα του ευαγγελίου σε όσες ψυχές μπορούσε. Κατάφερε να ξεφύγει από τα δίχτυα
των Αγαρηνών και έφτασε στην Πελοπόννησο, για να πολεμήσει δίπλα στους αρματολούς
και τους κλέφτες.
Ο Θανάσης αποφάσισε να φύγει από το σπίτι όταν ήταν γύρω στα
δεκαεφτά του. Το έσκασε από το σπίτι, δίχως να χαιρετήσει κανένα. Πήγε αμέσως στην
ομάδα του Γεώργιου, ο οποίος, αν και θαύμασε την τόλμη του νεαρού αγοριού να έρθει
κοντά του να πολεμήσει, παρά το νεαρό της ηλικίας του και τον πρόσταξε να
γυρίσει στο σπίτι του.
«Δεν έχω σπίτι ούτε οικογένεια» είπε ψέματα ο Θανάσης. «Και θέλω να
πολεμήσω πλάι σου αυτούς που τους πήραν από εμένα».
Ο αγαθός Γεώργιος, δίχως να έχει λόγο να μην τον πιστέψει, τον
πήρε πλάι του και τον μύησε στην τέχνη του πολέμου. Ο Θανάσης ήταν όμως άγριο πνεύμα,
ένας στρατιώτης όπως πολλοί από τους κλέφτες, ένας σκληροτράχηλος πολεμιστής,
που δεν άφηνε το μίσος να κάνει πέρα. Όσο και αν συναναστράφηκε με τους ευγενικούς
χαρακτήρες του Γεώργιου ή του Γέρου του Μωριά, η ψυχή του ποτέ δεν μπόρεσε να
διώξει το σκοτάδι που δέσποζε μέσα της. Οι γονείς και ο αδερφός του δεν άκουσαν
ποτέ ξανά για αυτόν, αλλά ούτε και ο Θανάσης έμαθε ή θέλησε να μάθει για αυτούς.
Μια δεκαετία αργότερα, ο Ανδρέας έγινε μοναχός παίρνοντας το όνομα
Αθανάσιος. Σύντομα ακολούθησε και η χειροτονία του σε διάκονο και έπειτα σε πρεσβύτερο
και λίγο καιρό αργότερα, παρά το νεαρό της ηλικίας του, έγινε και πνευματικός.
Στην ψυχή του μέσα είχε τον μεγάλο του αδελφό, πάντοτε όταν τα χείλη του
έψελναν δοξολογία στον Θεό, πάντοτε τα χείλη του μνημόνευαν αυτό το όνομα. Οι γονείς
του μοναχού Αθανάσιου πεθάνανε σε προχωρημένη ηλικία κάποια έτη αργότερα. Ο
καλός Θεός έδωσε να κοιμηθούν μαζί, την ίδια ημέρα. Ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης
φρόντισε την κηδεία του πρώην συμπολεμιστή του και της γυναίκας του, για να μην
χρειαστεί ο μοναχός να παραμελήσει τα μοναχικά του καθήκοντα. Ωστόσο, με
ευλογία του πνευματικού, ο ίδιος ο μοναχός τέλεσε την κηδεία.
Μπορεί ο μοναχός να μην συνάντησε ποτέ τον αδελφό του ξανά από
κοντά, αλλά ο λογισμός του πάντοτε τον τάραζε. Ο Θεός τότε, σε όραμα, του έδωσε
την πληροφορία για τον αδελφό του, ότι πολεμάει για την πατρίδα. Ο μοναχός δεν
απέδωσε ποτέ το όραμα του αυτό στη πνευματική του άνοδο.
«Ο Κύριος, για να μου δείξει ότι δεν είμαι καλά στα πνευματικά μου,
αλλά και για να ειρηνέψει τον νου μου, μου έδωσε αυτή την πληροφορία για να με
βοηθήσει να επιστρέψω πιο δυνατά και εντατικά στην προσευχή μου» είχε πει μια
φορά, όταν ερωτήθηκε από ένα πνευματικοπαίδι του. Και όντως από τότε, ο λογισμός
του ημέρεψε.
25 Απριλίου 1821, Απόγευμα
Ο μοναχός κοίταξε τον ήλιο που έδυε αργά πίσω από τα βουνά, χαϊδεύοντας
τις χρυσοκόκκινες κορυφές.
«Τον Θανάση τον αγάπησα όσο τίποτε άλλο στον κόσμο» είπε, πνίγοντας
ασυναίσθητα έναν λυγμό, τον οποίο όντως ο Δημοσθένης δεν κατάλαβε. «Ο ηγούμενος
μου επέτρεψε το μοναχικό όνομα μου να είναι αυτό. Αλλά ο Θανάσης αποφάσισε να
φύγει από την ζωή μου πολύ σύντομα. Άλλωστε ο μοναχός έπειτα από την κουρά του,
πεθαίνει για τον κόσμο» είπε σε έναν περίεργο τόνο, καθώς αυτή τη στιγμή ο
μοναχός ένιωθε πολύ πιο ανθρώπινος, καθώς ο πόνος της απώλειας δεν ήταν εύκολο
να φύγει. «Ο Γεώργιος όμως είναι καλός αρχηγός» πρόσθεσε σύντομα για να αλλάξει
τη κουβέντα. «Η θερμή του πίστη και η αγάπη του προς το έθνος εμπνέουν τους άντρες
του. Ίσως να άλλαξε και τον Θανάση κάποια στιγμή…». Αναστέναξε μελαγχολικά. «Ο
Θεός έχει ένα σχέδιο για όλους μας και όλους θέλει να μας σώσει. Το πιστεύω
αυτό για τον Θανάση, ότι είναι δυνατόν να είναι αυτή τη στιγμή δίπλα στον Κύριο».
«Μπορείς να κατηγορήσεις όμως γέροντα όλους αυτούς που μισούν τους
Αγαρηνούς; Πόσα έχουμε τραβήξει εξαιτίας τους; Πόσα έχουμε ακόμα να πάθουμε;»
αντέταξε με πάθος ο Δημοσθένης. Ο μοναχός κούνησε το κεφάλι του.
«Και ποιο το νόημα να κρατήσουμε το μίσος μέσα στη ψυχή μας; Δεν μας
υποσχέθηκε ο Ιησούς Χριστός τις δυσκολίες, τους διωγμούς; Τι απαντά το
Ευαγγέλιο; Να αγαπάτε τους εχθρούς σας! Πόσο παράδοξο, ειδικά για τον αγώνα που
τελούμε αυτή τη στιγμή. Αγαπημένο μου παιδί, μην ξεχνάς γιατί πολεμάμε. Η
Εκκλησία ευλόγησε τα όπλα για την ελευθερία του έθνους, όχι για να πάρουμε εκδίκηση
από τους κατακτητές. Γιατί στο λέω και το πιστεύω πραγματικά. Αν και τυχόν αφήσουμε
το μίσος να κυριεύσει την ψυχή μας, θα καταλήξουμε χειρότεροι από αυτούς που
τόσο καιρό μας καταπίεζαν. Θα γίνουμε ακριβώς αυτό που πολεμήσαμε».
Ακούστηκε τότε ρυθμικά η καμπάνα, καλώντας την αδελφότητα και τους
ευσεβείς προσκυνητές να προσέλθουν στον εσπερινό.
«Έλα τώρα Δημοσθένη. Έλα να σου διαβάσω την ευχή, για να κατέβουμε
και οι δυο να προλάβουμε την ακολουθία».
Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου