24 Απριλίου 1821, Βράδυ
Ο ασπρομάλλης γέροντας, έβγαλε με αργές κινήσεις την περικεφαλαία
που τον έπνιγε εκείνη τη στιγμή και την άφησε να πέσει με κρότο στο έδαφος. Τα
πνευμόνια του καίγονταν από την αποπνικτική ατμόσφαιρα που δημιουργούσαν οι
φλόγες που έκαιγαν ακόμη την μικρή πόλη. Όμως το μαρτύριο αυτό δεν έμοιαζε σε
τίποτα με το βάρος που ένιωθε στην ψυχή του αντικρύζοντας αυτό το αποτρόπαιο
θέαμα. Έκανε μερικά βήματα ανάμεσα στα άψυχα σώματα που κείτονταν κατά μήκος
του ελληνικού στρατοπέδου. Εδώ και εκεί έβλεπε και πεσόντες Αγαρηνούς, αλλά η
εικόνα που έβλεπε του έδειχνε ότι οι Τούρκοι σάρωσαν με ευκολία τις ελληνικές άμυνες.
Έσκυψε πάνω από έναν πολεμιστή. Τον γύρισε. Στο πρόσωπο του είδε ένα παλικάρι
ούτε λίγο, ούτε πολύ είκοσι χρονών. Έσφιξε τις γροθιές του από οργή και αγανάκτηση.
Το βάρος της ευθύνης ένιωθε να πέφτει στους δικούς του ώμους, αν και αυτό ήξερε
μέσα του πώς δεν ήταν αλήθεια. Ένιωσε κίνηση πίσω του. Δεν γύρισε, καθώς
κατάλαβε από τα βήματα του τον μοναχό. Μέσα στην αβυσσαλέα σιωπή, μόνο το
τρίξιμο της φωτιάς ακουγόταν. Ο νεαρός μοναχός σήκωσε την περικεφαλαία. Ο
άσπρος σταυρός της περικεφαλαίας δεν φαινόταν πια, καθώς είχε βαφτεί κόκκινος
από το αίμα των πεσμένων αγωνιστών. Κάθισε να κοιτάει τον γέρο στρατηγό, δίχως
να μιλάει. Από μακριά, ο κουτσός, τυλιγμένος σε έναν μαύρο μανδύα, κοιτούσε την
σκηνή δίχως το πρόσωπο του να προδίδει κανένα συναίσθημα. Μέσα του ένιωθε
δικαίωση. Ο σκοπός του είχε πλέον ολοκληρωθεί.
Οι φωνές των Ελληνικών επαναστατών που κατέφθαναν στο κατεστραμμένο
πλέον Βαλτέτσι τον έβγαλαν από τις σκέψεις του. Ήξερε πώς αν τον έβρισκαν εκεί
θα τον εκτελούσαν επιτόπου. Έσφιξε τον μανδύα πάνω του, κρύβοντας το πρόσωπο
του και χάθηκε στην σκοτεινιά. Ο οπλαρχηγός Πλαπούτας, με την φουστανέλα
σκισμένη και το πρόσωπο μαυρισμένο από το μπαρούτι, εμφανίστηκε με τα παλικάρια
του. Η χαρά τους που έδιωξαν τους Τούρκους πίσω στη Τρίπολη, έσβησε βλέποντας
τους πετσοκομμένους συντρόφους τους. Ο Πλαπούτας στεριώνοντας το καριοφίλι του
στον δεξί του ώμο, πλησίασε τον στρατηγό, που ακόμα ήταν γονατιστός πάνω από
τον αδικοχαμένο νέο. Έκανε να του μιλήσει, αλλά το ο μοναχός με ένα νεύμα του
τον απέτρεψε. Ο γέρος, ασθμαίνοντας ρυθμικά ανασηκώθηκε και κοίταξε τον
Πλαπούτα με ένα βλέμμα γεμάτο οργή, αλλά και θλίψη. Απελπισμένος, πήρε την
περικεφαλαία του από τα χέρια του μοναχού και έφυγε πάνω στο άσπρο του άλογο,
δίχως να πάρει ευχή.
Τα σανίδια του παλιού ναού έτριξαν. Πόσο παλιός να ήταν άραγε; Όταν ο Θεόδωρος ήταν μικρός, ο πατέρας του τού
διηγούνταν ιστορίες για τους Παλαιολόγους, που χτίσανε το μικρό αυτό
μοναστηράκι αφιερωμένο στην Παναγία, για να τους βοηθήσει στον αγώνα τους ενάντια
στα στίφη των εχθρών που έσφιγγαν τον κλοιό γύρω από την αυτοκρατορία, η οποία κατέρρεε.
Πλέον ζήτημα αν είχε δύο μοναχούς. Η πόρτα άνοιξε με έναν ανατριχιαστικό ήχο.
Μέσα στο ναό ήταν πλήρες σκοτάδι. Προσπέρασε τον πρόναο, δίχως να προσκυνήσει τις
εικόνες, με τις γροθιές του ακόμα σφιγμένες. Δεν κατάφερε να δει την φιγούρα
του Νικηταρά, ο οποίος καθόταν σιωπηλός με ένα κομποσκοίνι στα χέρια, φέρνοντας
ψιθυριστά, ανεπαίσθητα στα χείλη του την ευχή. Τον κατάλαβε από το βαρύ πάτημα της
αγγλικής μπότας του οπλαρχηγού, αλλά δεν είπε τίποτα, μόνο παρατηρούσε σιωπηλός
από το σκοτάδι. Είχε μάθει για το Βαλτέτσι. Και γνώριζε και τον προδότη.
Γνώριζε ποιος προκάλεσε τη σφαγή. Μάλλον και ο αρχηγός του το γνώριζε, αλλά δεν
γνώριζε και ούτε σκόπευε να του το πει. Όχι εκείνη την ώρα τουλάχιστον.
Τον κοίταζε και του φαινόταν σαν να ήταν ξαφνικά 30 χρόνια πιο
γερασμένος. Ο στρατηγός πήρε ένα κερί, το άναψε και πλησίασε το εικόνισμα της Παναγίας.
Το στέριωσε δίπλα στην εικόνα για να μπορεί να βλέπει το πρόσωπο της Μητέρας του
Κυρίου του και έπεσε στα γόνατα, σφίγγοντας δυνατά τα χέρια του. Ήθελε εκείνη
την ώρα να φωνάξει, να βρυχηθεί όπως όταν ήταν ακόμη νέος στα βουνά, αλλά από
σεβασμό για το μέρος στο οποίο βρισκόταν, κατάπιε την οργή. Τα δάκρυα όμως δεν
μπόρεσε να τα συγκρατήσει. Αν και λόγος δεν βγήκε από το στόμα του, ο καθένας
μπορούσε να ακούσει τις σκέψεις του Γέρου του Μοριά. Δύο φορές προσπάθησε να ενώσει
τις ελληνικές δυνάμεις, δύο φορές τους ένωσε για να πάρουν την Τρίπολη, αλλά
και τις δύο ο διχασμός και η προδοσία, δίχασε τους Έλληνες, οδηγώντας τους Τούρκους
να γκρεμίσουν με ευκολία το τον στρατό, που με κόπο και ιδρώτα έχτισε ο Κολοκοτρώνης.
Και τώρα… Τώρα βρισκόταν πια στην αρχή. Στο τέλος δεν άντεξε. Με το πρόσωπο
στραμμένο προς την Παναγία, με τα δάκρυα να χαρακώνουν ακόμη περισσότερο το
ρυτιδιασμένο του πρόσωπο, φώναξε δυνατά.
«Μα δεν θέλεις να δεις ποτέ τους πιστούς σου ελεύθερους;» είπε και
ξέσπασε σε κλάματα, με λυγμούς. Ο Νικηταράς έσκυψε το κεφάλι του και ξεφύσησε
στενάχωρα, προσπαθώντας και αυτός να συγκρατηθεί, βλέποντας την τραγική φιγούρα
του Γέρου. Ο Θεόδωρος μόνο τότε κατάλαβε ότι και άλλος ήταν μέσα στον ναό.
«Νικήτα, εσύ είσαι;» ρώτησε, περιμένοντας πώς το πρωτοπαλίκαρο του,
ώρες σαν και αυτές, αναζητούσε και εκείνος καταφύγιο σε κάποια εκκλησία. Ο
Νικήτας σηκώθηκε και πλησίασε τον γονατιστό στρατηγό, βάζοντας το χέρι του στον
ώμο του, για να τον καθησυχάσει. Έμειναν έτσι για λίγη ώρα. Στο τέλος,
σκουπίζοντας τα κόκκινα μάτια του, ο Γέρος σηκώθηκε.
«Ο μοναχός έκανε λάθος, Νικήτα» είπε σκληρά. «Η φωτιά και το τσεκούρι,
μόνον έτσι θα ελευθερωθεί το έθνος. Και ο Θεός θα βάλει το χέρι του, αλλιώς
είμαστε χαμένοι».
Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου