Κεφάλαιο Τέταρτο
Εξομολογήσεις
1 Μαΐου 1821, Ξημέρωμα
Σε δύο ώρες πλησίαζε η ανατολή του ηλίου, αλλά ύπνος δεν μπορούσε
να βρει τον μοναχό. Με το κομποσκοίνι στο χέρι σιγοψιθύριζε την ευχή, δίχως να
κάνει κάποιο θόρυβο για να μην ενοχλήσει τους πρεσβύτερους γέροντες του, που
κοιμόντουσαν στα διπλανά δωμάτια. Ο μοναχός κοίταξε την ατάραχη νύχτα και αναλογίστηκε
τα όσα συνέβησαν τις περασμένες ημέρες. Το αίμα που είχε χυθεί στο Βαλτέτσι, ή
το παλικάρι, ο Αθανάσιος Διάκος, τον οποίο ακριβώς την ίδια μέρα, στις 24 του
Απρίλη, τον πιάσανε και τον σκοτώσανε. Η έντονη μυρωδιά της φύσης χτύπησε τα
ρουθούνια του μοναχού, μετριάζοντας με την ευωδία τους την στεναχώρια του
μοναχού. Λένε πως όταν πήγαν να σουβλίσουν το παλικάρι, τα τελευταία του λόγια
ήταν «για δες καιρό που διάλεξε ο χάρος να με πάρει, τώρα που ανθίζουν τα
κλαδιά και βγάζει η γης χορτάρι». Ο μοναχός χαμογέλασε θλιμμένα, φέρνοντας τα
παραπονεμένα λόγια του πολεμιστή στο μυαλό του. Το παλικάρι είχε δίκιο. Οξύμωρο,
τώρα που η γη ανθίζει και η φύση ερωτοτροπεί, αρκεί κανείς να πήγαινε στο
Βαλτέτσι ή στην Αλαμάνα, για να έβλεπε τι φέρνει ο πόλεμος.
Την προηγούμενη μέρα, ο Πάνος Κολοκοτρώνης, ο γιος του Γέρου του Μοριά,
τον επισκέφτηκε. Του ζήτησε την βοήθεια του. Ο πατέρας του βρισκόταν σε
απόγνωση. Το απόγευμα της χθεσινής ημέρας έφτασε στη μονή και ο Θεόδωρος.
Απογοητευμένος με τις αποτυχίες, μίλησε σκληρά μαζί του.
«Μόνο φωτιά και τσεκούρι πάτερ!» ωρυόταν ο Γέρος. «Μας πρόδωσαν επειδή
μας βρήκαν αδύναμους! Πρέπει να σταθούμε στα πόδια μας, ισχυροί και να χτυπήσουμε
ενωμένοι σαν μία γροθιά!».
«Αν πας να επιβληθείς με την δύναμη» προσπαθούσε να του εξηγήσει ο
μοναχός, δίχως να προκαλεί τον θυμό του μεγάλου στρατηγού, «δεν θα καταφέρεις τίποτα.
Ο Έλληνας έχει φιλότιμο. Κίνητρο θέλουν, όχι μαστίγιο. Ο Θεός σε επέλεξε να
ηγηθείς της επανάστασης, για αυτό ακριβώς το χάρισμα που έχεις. Χρησιμοποίησε
το σωστά».
Ο Γέρος, κατάλαβε τελικά ότι η βία δεν είναι λύση.
«Αλλά, πάτερ, δεν μπορώ να το κάνω μόνος» είπε ο Γέρος. «Σε
παρακαλώ έλα μαζί μου, ακολούθησε με και οδήγησε με σε αυτό το μονοπάτι».
«Τι δουλειά έχω εγώ ανάμεσα σε στρατιώτες;» αντέταξε ο μοναχός.
«Να εμπνεύσεις και να καθοδηγήσεις. Σε παρακαλώ, πάτερ μου, έλα
μαζί μας» ικέτευσε ο Γέρος.
Δέχτηκε τελικά την πρόταση. Πολλοί υποδέχθηκαν με ενθουσιασμό αυτή
του την απόφαση, ιδιαίτερα ο Δημοσθένης. Και ο Γέρος ήταν πιο χαρούμενος από
όλους, καθώς ένιωθε ότι ο ίδιος ο Θεός επέβλεπε την επανάσταση. Ένιωθε πλέον
έτοιμος να αναλάβει δράση.
Οι σκέψεις αυτές τριγύριζαν το μυαλό του, καθώς τα χείλη του,
μαθημένα πια, προσευχόντουσαν από μόνα τους. Ωστόσο, μια εσωτερική ταραχή είχε
μέσα του. Κάτι του φαινόταν διαφορετικό εκείνη την
νύχτα. Κάτι του έλεγε πώς κάποιος τον περίμενε, σαν να του έδινε πληροφορία ο
Θεός να βγει να συναντήσει κάποιον. Έβαλε ένα πανωφόρι, για να καλυφθεί από το
ανοιξιάτικο νυχτερινό αεράκι, το οποίο αρκετές φορές αποδεικνυόταν δύσκολο να το
αντιμετωπίσει κανείς. Περπάτησε αθόρυβα στους διαδρόμους του και βγήκε στον
κήπο. Τελικά το κρύο ήταν πιο τσουχτερό από όσο περίμενε. Έσφιξε πάνω του το
πανωφόρι. Βγήκε από την πύλη του μοναστηριού και ακολούθησε το γνώριμο μονοπάτι
προς το Βαλτέτσι. Προχώρησε για λίγα λεπτά, κάτω από το χλωμό φως του
φεγγαριού. Μπροστά του είχε ένα σταυροδρόμι. Εκεί είδε μια φιγούρα να κάθετε
μέσα στο σκοτάδι. Ο αέρας ούρλιαζε, αναγκάζοντας τον μοναχό να σφίξει ακόμα
περισσότερο το ζωστικό του. Πλησίασε τον άνδρα και στάθηκε δίπλα του. Ο άνδρας
δεν ξαφνιάστηκε από την παρουσία του μοναχού. Παρέμεινε ατάραχος.
«Με περίμενες» είπε ο μοναχός, το ίδιο ατάραχος.
«Όντως» απάντησε ο άνδρας. «Ήθελα να σε συναντήσω, αλλά δεν ήξερα
αν θα μπορέσω. Κάθε βράδυ, περιμένω εδώ. Σήμερα ήρθες».
«Είναι ιδιαίτερη μέρα η σημερινή» είπε απλά ο πατέρας Αθανάσιος.
«Η μέρα που θα φύγεις από το μοναστήρι, εσύ, ο κήρυκας της ειρήνης».
Ο μοναχός δεν απάντησε, όχι επειδή συναινούσε σε αυτά τα λόγια, αλλά
επειδή διέκρινε την ειρωνεία στα λόγια του συνομιλητή του.
«Λοιπόν;» είπε ο άνδρας. «Δεν έχεις κάτι να απαντήσεις;».
«Σε τι θα ωφελούσε;» απάντησε ήρεμος.
Ο άνδρας σχεδόν χαμογέλασε. Έκανε να φύγει. Τότε ο μοναχός
συνειδητοποίησε σε ποιον μιλούσε. Το αβέβαιο πάτημα, το χαρακτηριστικό
περπάτημα. Μπροστά του είχε τον κουτσό, τον Αλέξανδρο, τον αδερφό του
Δημοσθένη. Ο Αλέξανδρος δεν χρειάστηκε να γυρίσει για να συνειδητοποιήσει την έκπληξη
του συνομιλητή του.
«Τώρα ξέρεις και ποιος είμαι».
«Ναι».
Ο Αλέξανδρος στάθηκε ακίνητος. Έπειτα από λίγη ώρα γύρισε στον
μοναχό.
«Υπάρχει σωτηρία για μένα, γέροντα;» τον ρώτησε ο Αλέξανδρος.
«Εξαρτάται τι έχεις κάνει. Και αν μετανιώνεις γι’ αυτά».
Ο Αλέξανδρος γέλασε δυνατά με χαιρεκακία.
«Ξέρεις ποιος είμαι γέροντα! Ξέρεις τι έχω κάνει! Οπότε πες μου»
είπε, με πιο άγριο ύφος αυτή τη φορά.
Ο μοναχός πράος και με γλυκύτητα, καταλαβαίνοντας ότι ίσως ο Θεός
τον έστειλε εκείνη την ώρα για να σώσει την άσωτη εκείνη ψυχή, προσπάθησε να
μιλήσει μέσα στην καρδιά του φονιά του Βαλτετσίου.
«Ο Θεός τα πάντα συγχωρεί, ακόμα και τα χειρότερα εγκλήματα». Έκανε
μια παύση. «Ακόμα και την προδοσία» πρόσθεσε στο τέλος, με νόημα, δίνοντας
βαρύτητα σε αυτή του τη φράση.
«Προδοσία;» φώναξε οργισμένα ο Αλέξανδρος. «Δικαιοσύνη είναι! Πήραν
από εμένα ότι πολυτιμότερο!» συνέχισε, με δάκρυα να έρχονται στα μάτια του από
την ένταση της στιγμής.
«Τόσες ζωές, για μία ζωή;» είπε με ηρεμία ο μοναχός, προσπαθώντας
να καταλαγιάσει την οργή του κουτσού, αλλά ήταν μάταιος κόπος.
«Δεν αξίζουν τίποτε μπροστά στη ζωή της γυναίκας μου» είπε ψυχρά ο
Αλέξανδρος. Ο μοναχός έμεινε έκπληκτος μπροστά σε αυτή την ομολογία.
«Και για πες μου λοιπόν, ποιος νομίζεις ότι είσαι, για να ορίζεις εσύ
την τύχη της ζωής των ανθρώπων;» είπε φορτισμένος αυτή τη φορά ο πατέρας,
προσπαθώντας ο ίδιος να μην χάσει την ψυχραιμία του. Ο Αλέξανδρος δεν απάντησε.
«Γνωρίζω ότι οι εικόνες αυτών που θυσίασες στο βωμό της εκδίκησης
σου, σε στοιχειώνουν κάθε βράδυ, γιατί μέσα σου ξέρεις ότι είσαι λάθος. Αν ο
σκοπός σου είναι να τιμωρήσεις τους Έλληνες για αυτά που έκαναν σε εσένα, τότε
δεν διαφοροποιείσαι σε κάτι από τους Τούρκους» του είπε ο πατέρας Αθανάσιος, αυστηρά
αυτή τη φορά, βλέποντας το σκοτάδι στη ψυχή του συνομιλητή του.
«Και τότε γιατί η Εκκλησία της αγάπης και της ειρήνης, ευλόγησε τα
όπλα;». Ο μοναχός ξαφνιάστηκε στιγμιαία με την ερώτηση. «Για πες μου, μοναχέ, τι
έχεις να πεις γι’ αυτό;».
«Η Εκκλησία θέλει αυτό που επιθυμεί αυτό το ευλογημένο έθνος!»
είπε με πάθος ο πατήρ Αθανάσιος. «Ελευθερία! Νομίζεις είναι εύκολο να βλέπουμε
τους πιστούς του Χριστού να υποφέρουν κάτω από το τούρκικο γιαταγάνι;»
Ο κουτσός κούνησε το κεφάλι του. Βροντές ακούστηκαν από μακριά,
και οι πρώτες ψιχάλες άρχισαν να πέφτουν.
«Αν δεν ήρθες σε εμένα για να εξομολογηθείς τις αμαρτίες σου, γιατί
είσαι εδώ;» ρώτησε εν τέλει ο μοναχός. Ο κουτσός τον κοίταξε αμίλητος, σαν να
μην γνώριζε την απάντηση σε αυτή την ερώτηση.
«Ήρθα να σε προειδοποιήσω. Μην βοηθήσεις τους Έλληνες. Φαίνεσαι
άγιος άνθρωπος. Κάτσε στο μοναστήρι σου και μην βγεις από αυτό».
«Και γιατί αυτό;».
«Γιατί δεν θα ήθελα να βρεθείς στο δρόμο μου. Και σκοπός σου είναι
να σώζεις ανθρώπους, τις ψυχές τους, όχι να βρίσκεσαι στο πεδίο της μάχης».
«Έχεις δίκιο το πεδίο της μάχης δεν είναι μέρος για ιερωμένους. Αλλά
πώς περιμένεις να κάτσω αμέτοχος όταν υπάρχει ανάγκη; Όταν ο αγωνιστής ζητήσει
τον Κύριο στη δυσκολία του, θα είμαι εκεί για να του μιλήσω γι’ Αυτόν». Ο
μοναχός μιλούσε με τόσο πάθος και θέρμη, που ο Αλέξανδρος ζήλεψε την αγιότητα
και την αγάπη του μοναχού. Μια αγάπη που είχε καιρό να δει, αλλά και καιρό να
βιώσει.
«Είναι εύκολο να λες αυτά τα πράγματα, όταν έχεις κάποιον στη ζωή
σου» είπε ο Αλέξανδρος και γύρισε για να φύγει. Ο μοναχός έκανε να φύγει και αυτός
προς το μοναστήρι.
«Ο αδερφός σου, αυτός που εσύ ξέχασες, βρίσκεται έξω από το
Βαλτέτσι» είπε απλά και έφυγε.
Ο Αλέξανδρος κάθισε αποσβολωμένος, κάτω από την βροχή που μόλις
ξεκινούσε. Τα δάκρυα του σύντομα αναμίχθηκαν με το γλυκό νερό της ανοιξιάτικης
βροχής. Και πήρε τον δρόμο του γυρισμού.
Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου