Κεφάλαιο Πέμπτο
Ανασύσταση
10 Μαΐου 1821, Πρωί, έξω από το Βαλτέτσι
Το Βαλτέτσι ήταν άδειο από την μέρα που οι Έλληνες πάθανε σωστή
πανωλεθρία από τους Τούρκους. Οι Τούρκοι από την άλλη, θεωρώντας την ως μία
ακόμη νεκρή πόλη, την άφησαν αφρούρητη, μισοκατεστραμμένη και επέστρεψαν στην
Τρίπολη. Ο Πλαπούτας, ο Μαυρομιχάλης και ο Μητροπέτροβας, είχαν πιάσει κάποια
υψώματα γύρω από το Βαλτέτσι, κατόπιν εντολής του Κολοκοτρώνη, αλλά ο αγώνας τους
δεν είχε ζωντάνια, την σπίθα που είχε όταν ο Γέρος είχε αναλάβει για πρώτη φορά
την αρχηγία. Για ακόμη μια φορά, δεν ήταν οι τούρκοι που είχαν νικήσει τους
Έλληνες, αλλά η ίδια τους η αταξία, η αναρχία και η ανυπακοή.
Εκείνη την ημέρα, οι οπλαρχηγοί κατόπιν συνεννοήσεως, αφού ο Γέρος
δεν είχε εμφανιστεί για κάποιες μέρες, αφού είχε αποχωρήσει για το μοναστήρι,
αποφάσισαν να διαλύσουν τα λαγούμια τους και να φύγουν κρυφά. Θα επέστρεφαν στα
βουνά και θα συνέχιζαν τον αγώνα, αφού όπως όλα τα σημάδια έδειχναν, η
επανάσταση αυτή ήταν ακόμη μία απέλπιδα και αποτυχημένη προσπάθεια για την απελευθέρωση
του Γένους. Αρχίσαν να ανεβαίνουν προς την κατεύθυνση της Τρίπολης, κάποιοι με
σκοπό να επιστρέψουν σπίτια τους, ή να επιστρέψουν στα παλιά τους λημέρια. Και
εκεί πριν στρίψουν, αφήνοντας πίσω τους το καπνισμένο Βαλτέτσι, τους περίμενε
ένα απρόσμενο θέαμα. Ο Κολοκοτρώνης στεκόταν αγέρωχος πάνω στο άσπρο του άλογο,
με βλέμμα αυστηρό και σκληρό. Δίπλα του τα παλικάρια του ο Νικηταράς και ο
Δημοσθένης, ο γιος του ο Πάνος και ο μοναχός. Πίσω τους ακολουθούσαν καμιά πεντακόσια
παλικάρια, που συγκέντρωσε ο Κολοκοτρώνης τις τελευταίες ημέρες κάτω από το
λάβαρο του. Νεκρική σιγή έγινε μόλις αντίκρυσαν οι φυγάδες την επιβλητική μορφή
του Γέρου.
«Που πηγαίνετε;» ρώτησε αυστηρά. Κανένας δεν απάντησε. Οι
οπλαρχηγοί κοιτούσαν αμήχανοι δεξιά και αριστερά, αποφεύγοντας το βλέμμα του Γέρου.
«Που πηγαίνετε;» ξαναρώτησε και η δυνατή φωνή του αντήχησε σε όλη
την περιοχή.
«Φεύγουμε, Θοδωρή» απάντησε ο Μητροπέτροβας, ο μεγαλύτερος εκεί πέρα,
μαχητής και δεινός σκοπευτής, παρόλο που είχε κλείσει τα εβδομήντα του χρόνια. «Τι
άλλο μένει να κάνουμε εδώ; Αποτύχαμε. Θα πάμε στα βουνά. Από εκεί ίσως έχουμε
κάποια ελπίδα να συνεχίσουμε τον αγώνα. Γιατί εδώ…» είπε και έδειξε το Βαλτέτσι.
Ο Γέρος πόνεσε στα λόγια αυτά, επειδή ένιωθε σαν ο ίδιος να
ευθύνεται για αυτή την αποτυχία, αλλά δεν το έδειξε. Με ανέκφραστο και σκληρό ύφος
συνέχιζε να μιλάει στους άντρες που είχε μπροστά του.
«Μπήκε στην Πελοπόννησο ένας Τούρκος στρατάρχης, ο Κεχαγιάμπεης με
οχτώ χιλιάδες άντρες» ανακοίνωσε και μουρμουρητά άρχισαν ανάμεσα στους άνδρες. «Όπου
και να πάτε θα σας κυνηγήσει. Το Άργος έχει πέσει, η πολιορκία του Ναυπλίου
τελείωσε» είπε με το ίδιο σκληρό ύφος.
Την προσοχή όλων τράβηξε ο μοναχός, που μάζευε κλαδιά δεξιά και
αριστερά.
«Θες να θάψεις κι άλλους σε αυτό το μέρος;» είπε θυμωμένα ο
Μαυρομιχάλης. «Μέτρησες πόσοι χάθηκαν εκείνη την μέρα;».
«Και θα τους αφήσεις έτσι, Μαυρομιχάλη; Το χώμα των ανδρών σου είναι
ακόμα νωπό και εσύ δειλιάζεις να εκδικηθείς για αυτούς;» γρύλισε θυμωμένα ο
Νικηταράς, από το φλογισμένο του πόθο για τον αγώνα.
Ο μοναχός έβαλε το χέρι του στον ώμο του Νικήτα, για να
καταλαγιάσει τον θυμό του.
«Δεν είμαστε εδώ για να εκδικηθούμε» είπε ήρεμα ο μοναχός. «Είμαστε
εδώ για την ελευθερία να μην το ξεχνάμε αυτό». Ταυτόχρονα έδωσε ένα μικρό κλαδί
στον Μητροπέτροβα, ένα στον Μαυρομιχάλη, ένα στον Πλαπούτα και ένα στον
Θεόδωρο.
«Σπάστε το» τους είπε. Τον κοίταξαν περίεργα. «Μην με κοιτάτε απλά,
σπάστε το» είπε χαμογελώντας. Το έσπασαν με ευκολία. «Αυτά τα κλαδιά είστε εσείς
άμα φύγετε από εδώ και πάτε στα βουνά» τους είπε ο μοναχός. Έπειτα έδωσε ένα
ματσάκι από κλαδιά στον Μαυρομιχάλη.
«Σπάσε τα κλαδιά» του είπε. Όση δύναμη και να έβαζε ο Μαυρομιχάλης,
το ματσάκι με τα κλαδιά δεν έλεγε να σπάσει.
«Αυτό είστε εσείς, αν πολεμήσετε όλοι μαζί εδώ» τους εξήγησε ο
μοναχός. «Η επιλογή ανήκει σε εσάς».
«Εγώ θα είμαι στο Βαλτέτσι» είπε ο Κολοκοτρώνης και σπιρούνισε το
άλογο του. «Όποιος θέλει ας με ακολουθήσει. Εγώ θα πολεμήσω, ακόμα και αν
χρειαστεί να το κάνω μόνος».
11 Μαΐου 1821, Απόγευμα, Βαλτέτσι
Κανένας δεν έφυγε εκείνη την μέρα. Ο Κολοκοτρώνης και ο μοναχός
κατάφεραν να ενώσουν τους Έλληνες σε μια τελευταία αποφασιστική προσπάθεια. Και
το Βαλτέτσι θα έπαιζε καθοριστικό ρόλο για την τροπή που θα έπαιρνε η
επανάσταση.
Ο Κολοκοτρώνης ήξερε ότι ο Κεχαγιάμπεης δεν θα ήταν ένας εύκολος
αντίπαλος. Ο Μαχμούτ ο Β δεν θα είχε τον οποιονδήποτε δίπλα του. Ως
απεσταλμένος από την Πύλη, ο Κεχαγιάμπεης πρέπει να ήταν σπουδαίος στρατηγός
και το έδειξε από την πρώτη στιγμή που πάτησε στη Πελοπόννησο. Χώρισε τις δυνάμεις
των Ελλήνων, έδιωξε την Μπουμπουλίνα από το Ναύπλιο λύνοντας την πολιορκία, ρήμαξε
έπειτα το Άργος με τους λιγοστούς αγωνιστές και έπειτα έφτασε θριαμβευτής στο
Ναύπλιο. Και όλα αυτά σε μία εβδομάδα. Και τώρα η βλέψη του Κεχαγιάμπεη ήταν προς
το Βαλτέτσι, καθώς έμαθε ότι ομάδες Ελλήνων ακόμα το φρουρούν υπό τις διαταγές
του Κολοκοτρώνη. Αλλά δεν ήξερε ότι ο Γέρος είχε και άλλους άσσους στο μανίκι
του.
Ο Θεόδωρος κάλεσε όλους τους οπλαρχηγούς που διέθετε για να τους εξηγήσει
το σχέδιο του. Στόχος ήταν να υπερασπιστούν την πόλη, αλλά δεν θα έβαζε όλους τους
άντρες του μέσα στο χωριό, γιατί οι Τούρκοι πολλοί απλά θα περικύκλωναν το Βαλτέτσι
και θα τους σκότωναν όλους. Η περιοχή του Βαλτετσίου βρισκόταν σε λεκανοπέδιο,
το οποίο ήταν ιδιαίτερα βολικό για τον Κολοκοτρώνη. Θα ανάγκαζε τον Τούρκο να
χωρίσει τις δυνάμεις του. Μια βασική δύναμη θα οχύρωνε το Βαλτέτσι και την
εκκλησία, που θα λειτουργούσε ως κέντρο επιχειρήσεων. Ο Μητροπέτροβας και οι
σκληραγωγημένοι Μεσσήνιοι θα αναλάμβαναν αυτό το έργο, πάνω κάτω 500 άντρες θα
ταμπουρώνονταν μέσα στο χωριό. Μπροστά από το Βαλτέτσι ήταν η είσοδος του
λεκανοπεδίου, από εκεί που θα έρχονταν μάλλον οι Τούρκοι. Σε εκείνη την πλευρά,
έστησε αρχηγείο ο Κολοκοτρώνης με 200 άντρες, για να ανακόψει την πορεία των
Τούρκων και πίσω από αυτόν, ο Πλαπούτας με άλλα 300 παλικάρια, θα ενίσχυε την
θέση του Κολοκοτρώνη, για να μην εκτεθεί. Από την άλλη πλευρά, σε μια μικρή
αλλά σημαντική είσοδο του λεκανοπεδίου, ο Μαυρομιχάλης με τους άντρες του, γύρω
στα 600 παλικάρια, θα κρατούσαν την είσοδο για να μην υπερφαλαγγιστούν οι
θέσεις των Ελλήνων. Ο Κολοκοτρώνης ωστόσο δεν ήταν ικανοποιημένος. Υπήρχαν
κάποιοι άνδρες ακόμα στις γύρω περιοχές. Κρυμμένοι, περιμένοντας την κατάλληλη
στιγμή. Και τώρα ο Γέρος θα τους έφερνε εκεί, στο Βαλτέτσι. Έστειλε τον Νικηταρά
και τον γιο του Πάνο, με 100 άνδρες για να φέρουν αυτούς τους άντρες στη μάχη.
Ο Γέρος υπολόγιζε δύο χιλιάδες άνδρες να βρίσκονται στο Βαλτέτσι, ενάντια στους
10.000 Τούρκους και Αρβανίτες. Χαμογέλασε. Οι πιθανότητες ήταν με το μέρος τους.
11 Μαΐου 1821, Βράδυ
Ο μοναχός στεκόταν μόνος στην κορυφή του λόφου στα βόρεια του Βαλτετσίου.
Ο ήλιος έδυε εκείνη την ώρα και ένας ανοιξιάτικος κρύος διαπεραστικός αέρας
άρχισε να φυσάει εκείνη την ώρα. Σε εκείνη την ώρα της ηρεμίας ο μοναχός έβρισκε
την ευκαιρία να προσευχηθεί, να δεηθεί προς τον Θεό, να τους χαρίσει αυτή τη
νίκη την επόμενη ημέρα. Με το κομποσκοίνι στα χέρια και με τα χείλη ίσα ίσα να
κουνιούνται, ήταν αφοσιωμένος στην ευχή, επαναλαμβάνοντας αυτή την τόσο απλή μα
τόσο ισχυρή προσευχή. Την αταραξία του αυτή την διέκοψε ο Γέρος, ο οποίος έπειτα
από τις συγκινήσεις των τελευταίων ημερών, αναζητούσε λίγη παρηγοριά, λίγο από
αυτή την ηρεμία που εδώ και καιρό είχε επιθυμήσει.
«Αυτό είναι το τίμημα για την ελευθερία» του είπε χαμογελαστός ο μοναχός,
όταν ο Γέρος, σαν παιδί, είπε τα παράπονα του. «Θα έρθει και αυτό το πολυπόθητο
δώρο. Θα τα καταφέρεις στο τέλος να φέρεις ειρήνη σε αυτόν τον τόπο. Το πιστεύω
αυτό, γιατί ξέρω ότι πιστεύεις σε Αυτόν. Και πιστεύεις στον εαυτό σου, στις ικανότητες
που σου έδωσε ο Θεός. Έχεις το καλό πείσμα» είπε και σταμάτησε για λίγο.
«Τι συμβαίνει, πάτερ;» είπε ο Κολοκοτρώνης, βλέποντας τον μοναχό
ξαφνικά να σκυθρωπιάζει.
«Η ελευθερία μας και η ελευθερία αυτών που θα έρθουν μετά από εμάς
αξίζει όσο τίποτε άλλο, αλλά σε τι κόστος;» ρώτησε, σαν να μονολογεί. «Θα σε
κυνηγήσουν, θα προσπαθήσουν να σβήσουν την ιστορία, να σβήσουν την πίστη. Το
έθνος μας Θεόδωρε, θυμάται τον Θεό, όποτε τον έχει ανάγκη και όχι όποτε έχουμε
ανάγκη εμείς από Αυτόν. Γιατί το κέρδος κέρδισε τον άνθρωπο».
«Αλλά αξίζει, όσο τίποτε άλλο» είπε αναστενάζοντας ο Γέρος,
σταυρώνοντας τα χέρια μπροστά από το στήθος του.
«Αξίζει… Ο Χριστός για την ελευθερία μας πέθανε. Αξίζει και εμείς
να δώσουμε τη ζωή μας γι’ αυτή».
Καθίσαν για αρκετή ώρα, αγναντεύοντας το κενό. Καθώς το φως
χανόταν από τον ουρανό, το βλέμμα του μοναχού έπιασε μια φιγούρα, κουκουλωμένη,
να παρατηρεί. Ο μοναχός αναρίγησε. Δεν μπορούσε να καταλάβει ποιος ήταν, αλλά
μέσα του ήξερε. Ο Θεόδωρος το διαισθάνθηκε ότι κάτι τάραζε τον πατέρα του.
Κοίταξε κατά εκεί που κοιτούσε ο μοναχός και τον είδε και αυτός, την ώρα που
γυρνούσε να φύγει. Ο κουτσός ήταν εκεί και παραμόνευε… Και η σκιά του θανάτου
ερχόταν μαζί του…
Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου