Κεφάλαιο Έκτο
Η μάχη στο
Βαλτέτσι
Στρατόπεδο του Στρατόπεδο του Μαυρομιχάλη
Ο Μαυρομιχάλης καθόταν στο έδαφος, στηριζόμενος πάνω στο τουφέκι
του με κλειστά μάτια. Αν τον έβλεπε κανείς θα νόμιζε ότι κοιμόταν, αλλά οι
άντρες του ήξεραν ότι προσεύχεται. Ξαφνικά δύο χαρακτηριστικές μπαρουτιές
έσκασαν στον αέρα. Ο οπλαρχηγός, σαν να ξύπνησε από το λήθαργο, πετάχτηκε και
κοίταξε στη είσοδο του λεκανοπέδιου που φυλούσε ο Κολοκοτρώνης. Φόβος τον
έπιασε βλέποντας την τούρκικη στρατιά. Φόβος όχι επειδή είδε τους πολλαπλάσιους
αριθμούς των Τούρκων. Φοβήθηκε για τους Έλληνες μην το βάλλουν στα πόδια.
«Καπετάνιε, έρχονται και από την δικιά μας πλευρά!» του φώναξε ένα
παλικάρι. Ο Πετρόμπεης γύρισε και είδε ένα ακόμα σώμα, πεντακόσιοι περίπου
Αρβανίτες, να κατευθύνονται προς τα ταμπούρια τα δικά του. Ο Πετρόμπεης
χαμογέλασε βλέποντας τους. Οι άντρες του τον κοιτούσαν με απορία. Κοίταξε τους
Τούρκους που είχαν πλημυρίσει την περιοχή. Όπως είχε προνοήσει ο Κολοκοτρώνης,
ο Κεχαγιάμπεης θα χώριζε τις δυνάμεις του για να απωθήσει τις μικρές ομάδες
γύρω από το Βαλτέτσι και στο τέλος να περικυκλώσει το χωριό. Επίσης, δεν άφηνε
καμιά είσοδο διαφυγής για τους Έλληνες. Αυτή η μάχη θα ήταν μέχρι θανάτου. Γι’
αυτό γελούσε ο Μαυρομιχάλης, γιατί τώρα οι Έλληνες δεν θα μπορούσαν να ξεφύγουν
από πουθενά. Και ήξερε ότι θα πολεμήσουν σαν λιοντάρια.
Στρατόπεδο του Μητροπέτροβα
Ο Μητροπέτροβας και η άντρες του σε απόλυτη ησυχία,
παρακολουθούσαν τον στρατό του Κεχαγιάμπεη να απλώνεται γύρω από το χωριό. Όλοι
τους ετοιμάζονταν, καθώς ήξεραν ότι αυτοί ήταν οι οποίοι θα δέχονταν την
μεγαλύτερη πίεση. Ξαφνικά υπήρξε μια μεγάλη παύση, η ησυχία πριν την επικείμενη
καταστροφή. Το σώμα του Ρουμπή στεκόταν και αυτό ακίνητο, με τις σημαίες τους να
κυματίζουν στην φορά του ανέμου. Ένας μεγαλόσωμος άνδρας, μελαμψός στο χρώμα
και με βλέμμα άγριο, σαν να ήταν θηρίο, καβάλα στο άλογο, βγήκε και στάθηκε
μπροστά από τις γραμμές των Τούρκων, κρατώντας ένα θεόρατο σπαθί στο χέρι. Το
χαμόγελό του, πλατύ και ταυτόχρονα απαίσιο, μπορούσε να προκαλέσει φόβο και στους
πιο γενναίους άντρες.
«Αυτός είναι» είπε ο ασπρομάλλης Μεσσήνιος γέροντας, κοιτώντας τον
μελαμψό αυτόν αγριάνθρωπο. Ο Μητροπέτροβας αναγνώρισε τον φονιά της 24 του
Απρίλη, ο αγριάνθρωπος που είχε οδηγήσει εκείνη την μοιραία επίθεση ενάντια στις
γραμμές των Ελλήνων, όταν έχασαν την πρώτη μάχη στο Βαλτέτσι. Μια μπαρουτιά
έπεσε από τις γραμμές των Μεσσήνιων. Ακολούθησε και δεύτερη και τρίτη. Σε λίγη
ώρα άναψε σε όλη την κοιλάδα. Οι Τούρκοι προσπαθούσαν να επιτεθούν κατά κύματα,
προσπαθώντας να σπάσουν στο Βαλτέτσι, αλλά έσπαγαν στην λυσσαλέα άμυνα και το
πείσμα των Μεσσήνιων. Ο Μητροπέτροβας, αν και ήταν 70 χρόνων, άξιζε όσο 20 παλικάρια
μαζί. Στεκόταν όρθιος, αγνοώντας τα τούρκικα βόλια που έπεφταν γύρω του, ρίχνοντας
με τα ντουφέκια που γέμιζαν οι άντρες του. Κάθε βολή, ήταν ένας ακόμη Τούρκος
καβαλάρης νεκρός. Η μάχη κρατούσε ώρα. Ο Μαυρομιχάλης πλέον, έχοντας
καταστρέψει τις γραμμές των Τούρκων, είχε περάσει στην αντεπίθεση. Ωστόσο, όσο πλησίαζε
η νύχτα, τόσο και χειροτέρευε η ελληνική θέση στο Βαλτέτσι. Έχοντας δεχτεί το
μεγαλύτερο βάρος της επίθεσης, ήταν πλέον θέμα αριθμών και αντοχής, και ο Ρουμπής
είχε ανθρώπινο δυναμικό να θυσιάσει.
Στρατόπεδο του Κολοκοτρώνη
Οι άνδρες του Κολοκοτρώνη, υποστηριζόμενοι από τον Πλαπούτα,
κρατούσαν καλά τις ενισχύσεις του Κεχαγιάμπεη. Ωστόσο, ο Κολοκοτρώνης κατάλαβε,
ότι παρόλη την σθεναρή αντίσταση Μητροπέτροβα, τα παλικάρια δεν θα κρατούσαν χωρίς
ενισχύσεις. Ο Νικηταράς και ο Πάνος ακόμη δεν είχαν φανεί. Το μέτωπο του
Μαυρομιχάλη όμως νικούσε. Αυτός θα μπορούσε να είναι ο νικητήριος παράγοντας.
Αν προλάβαινε ο Νικηταράς να ενωθεί με τις δυνάμεις του Μαυρομιχάλη και να
χτυπήσουν από κοινού τον Ρουμπή, θα έβγαζε τον Μητροπέτροβα από την δύσκολη θέση
που βρισκόταν. Ο Γέρος θεωρούσε πολύ επικίνδυνο να αφήσει το ύψωμα και να
κινδυνεύσει να υπερφαλαγγιστούν όλες οι θέσεις των Ελλήνων. Κάτω από το
απορημένο βλέμμα των ανδρών του, ανέβηκε σε ένα δέντρο.
«Κουράγιο, Μητροπέτροβα! Έρχεται ο Κολοκοτρώνης και ο Μαυρομιχάλης
με δέκα χιλιάδες άντρες!». Ο Μητροπέτροβας πήρε μια καραμπίνα στα χέρια του και
έριξε προς τον ουρανό, γελώντας τρανταχτά.
Ο Γέρος όμως δεν είχε σε καμία περίπτωση τόσους άντρες αλλά ήλπιζε
στο καλύτερο. Το σχέδιό του έπρεπε να δουλέψει.
«Δημοσθένη μαζί μου!» φώναξε στο παλικάρι, που προσπαθούσαν να
αποκόψουν τους Τούρκους από το να κυκλώσουν το Βαλτέτσι.
Ο Κολοκοτρώνης, με την καρδιά του να χτυπάει δυνατά στο στήθος
του, καθώς έθετε την ζωή του σε τρομερό κίνδυνο, πήγε πάνω στο άσπρο του άλογο,
με την περικεφαλαία και το ματωμένο του σπαθί στο χέρι, με τους άντρες πίσω του
να κουβαλάνε πολεμοφόδια, κατέβηκε από τον λόφο, εγκατέλειψε την θέση του και
στάθηκε μπροστά στις γραμμές των Αρβανιτών. Αυτοί τα έχασαν μόλις τον είδαν. Ο
Κολοκοτρώνης, μαζεύοντας όλη την αυτοκυριαρχία του, φώναξε με την βροντερή του
φωνή.
«Είμαι ο Κολοκοτρώνης! Αφήστε με να περάσω στο Βαλτέτσι, αλλιώς
σας έφαγα!».
Το όνομα Κολοκοτρώνης μόνο έφερε φόβο στους Αρβανίτες, γιατί
ήξεραν τον τρόμο που είχε σπείρει στις δυνάμεις τους αυτός ο Γέρος, αλλά και οι
πρόγονοί του. Κανείς δεν πρότεινε το όπλο του εναντίον και οι μπαρουτιές έπαψαν
για λίγο. Οι Αρβανίτες άνοιξαν τις γραμμές τους, και ο Γέρος, πέρασε με τους
άνδρες του μέσα στο Βαλτέτσι, κάτω από το απορημένο βλέμμα των Μεσσήνιων. Ο
Μητροπέτροβας χαμογελούσε κάτω από τα μουστάκια του. Η μάχη συνεχιζόταν και ας ήταν
άγρια μεσάνυχτα.
Σώμα του Νικηταρά και του Πάνου
Οι μπαρουτιές ακούγονταν πλέον ξεκάθαρα. Ο Πάνος με τα κιάλια στα
χέρια κοιτούσε προς τον λόφο όπου θα τον περίμενε κανονικά ο πατέρας του. Δίχως
να γνωρίζει τι είχε συμβεί, νομίζοντας ότι ίσως οι θέσεις των Ελλήνων έχουν
περικυκλωθεί, νομίζοντας ότι ίσως είναι αργά πλέον, έβαλαν φτερά στα πόδια τους.
Ο σκοτεινός ουρανός έδινε θέση στη χαραυγή, βάφοντας τον ουρανό σε ένα σκούρο
κόκκινο χρώμα, αντικατοπτρίζοντας την αιματηρή μάχη που συνέβαινε στο Βαλτέτσι.
Έπειτα από λίγη ώρα ο Πάνος με τον Νικηταρά ενώθηκαν με το σώμα του Μαυρομιχάλη,
οι οποίοι είχαν απωθήσει πλέον τους Τούρκους σε άτακτη φυγή.
«Που είναι ο πατέρας μου, Μαυρομιχάλη;» ρώτησε ο Πάνος με αγωνία.
«Που είναι ο στρατηγός;» ρώτησε ταυτόχρονα και ο Νικηταράς.
«Στο Βαλτέτσι» τους απάντησε.
«Και τι περιμένουμε; Πάνω τους!».
13 Μαίου 1821, Βαλτέτσι, Ξημέρωμα
Παρόλη την αντίσταση των Ελλήνων, χάνανε έδαφος. Είχαν πλέον
ταμπουρωθεί για τα καλά γύρω από την εκκλησία. Οι Τούρκοι είχαν πληρώσει κάθε
μέτρο με πάρα πολλούς νεκρούς. Κανένας δεν θα άφηνε να επαναληφθεί η 24 του
Απρίλη. Τώρα ήταν οι ώρα των Ελλήνων.
Ο Νικηταράς μπήκε στο Βαλτέτσι και διέλυσε τους Τούρκους γύρω από
την εκκλησία. Πανικός δημιουργήθηκε στα σώματα των Τούρκων, βλέποντας ότι οι
Έλληνες ήταν αυτοί που τελικά υπερφαλάγγισαν τις θέσεις τους. Ο Μητροπέτροβας,
ο ασπρομάλλης αυτός γέρος, τράβηξε στο ένα χέρι το σπαθί και στο άλλο το
πιστόλι του.
«Εμπρός λοιπόν άνδρες!» ούρλιαξε για να ακουστεί πάνω από τον χαλασμό
της μάχης. «Ας τους στείλουμε από εκεί που ήρθαν!».
Με το που τους είδαν να τρέχουν καταπάνω τους οι Τούρκοι του
Ρουμπή και βλέποντας ότι όλα τα σώματα του Κεχαγιάμπεη είχαν τραπεί σε άτακτη
φυγή, το έβαλαν στα πόδια. Οι Έλληνες με νέα δύναμη στα πόδια τους κυνήγησαν. Ο
άγριος στρατηγός ο Ρουμπής ήταν αυτός που στάθηκε στη θέση του. Τον είδε ο
Μητροπέτροβας και χωρίς να ανοιγοκλείσει καν τα μάτια του, από απίστευτη
απόσταση, τον ξάπλωσε νεκρό.
«Αυτό για τα παλικάρια που μου πήρες μακριά…» είπε από μέσα του,
παίρνοντας εκδίκηση για όλους όσους χάθηκαν εκείνη τη μοιραία μέρα στις 24 του
Απρίλη.
Ο μοναχός πάνω στην κορυφή του λόφου, δεν είχε σταματήσει να
προσεύχεται. Όσες ώρες γινόταν η μάχη και ο χαλασμός στο Βαλτέτσι, αυτός ήταν
γονατιστός, με τα χέρια δεμένα, δεόμενος στον Κύριο του, για τη σωτηρία των
Ελλήνων. Ξαφνικά όμως σταμάτησε. Βήματα άκουσε πίσω του.
«Αλέξανδρε;» ρώτησε, δίχως να γυρίσει. Δεν πήρε απάντηση. Μόνο άκουγε
το πιστόλι που γέμιζε. Ο χρόνος πάγωσε για λίγο. Δύο μπαρουτιές έπεσαν οι μία
πίσω από την άλλη. Ο μοναχός γύρισε. Ένας Τούρκος κείτονταν νεκρός στα πόδια του.
Σταλμένος εκεί να τον σκοτώσει. Ήξερε που να τον βρει. Ήξερε ότι αυτό ήταν
δουλειά του Αλέξανδρου. Λίγο παραπέρα. Ο Πάνος στεκόταν με το πιστόλι στο δεξί
χέρι και με τον αριστερό να καλύπτει τον ώμο του, ο οποίος ανέβλυζε αίμα από
την σφαίρα που προοριζόταν για τον πατέρα Αθανάσιο. Δεν ήταν σοβαρό τραύμα,
αλλά ο Πάνος, καταπονημένος από την μάχη και την ολονύκτια εκστρατεία, πέραν
από τα κοψίματα σχεδόν σε όλο του το σώμα, κατέρρευσε στο έδαφος. Ο μοναχός έτρεξε
από πάνω του.
«Όλα θα πάνε καλά» είπε ο μοναχός, πριν ο Πάνος χάσει τις
αισθήσεις του. Ο μοναχός τον κουβάλησε στους ώμους, μέχρι κάτω στο Βαλτέτσι,
για να φροντίσουν την πληγή. Ο Πάνος επανήλθε αργότερα, πάνω στην ώρα για που ο
πατέρας του, κάτω από τις ζητωκραυγές του ελληνικού στρατεύματος, εισερχόταν
θριαμβευτής στο Βαλτέτσι.
15 Μαΐου 1821, Βαλτέτσι
Δεν υπήρχαν λέξεις να καταγράψουν την χαρά του Θεόδωρου
Κολοκοτρώνη. Έπειτα από δύο αποτυχημένες προσπάθειες να συνάξει τους Έλληνες
για να κάνουν μια οργανωμένη επίθεση κατά των δυνάμεων των Τούρκων, τελικά, με
υπομονή και επιμονή το κατόρθωσε. Οι απώλειες μηδαμινές. Τέσσερις νεκροί και
αρκετές δεκάδες τραυματισμένοι. Οι Τούρκοι έπαθαν σωστή πανωλεθρία. Από τους
10.000 άντρες σκοτώθηκαν στην μάχη 600, με αρκετές εκατοντάδες τραυματίες,
χωρίς τους αιχμαλώτους και τα εφόδια που χάθηκαν στη μάχη. Ο Κεχαγιάμπεης
γύρισε κακήν κακώς στην Τριπολιτσά, ταπεινωμένος και νικημένος, περιμένοντας για
τα χειρότερα. Το πρώτο πράγμα που έκανε, ήταν να πέσει στα γόνατα, έχοντας τον
διακαή πόθο να ευχαριστήσει τον Θεό για αυτή του την επιτυχία. Ωστόσο, δεν
υπήρχε χρόνος για πανηγυρισμούς. Αν ο Κολοκοτρώνης τους άφηνε να χαρούν την
νίκη, θα χάνανε τον ρυθμό που είχαν μέχρι τότε. Μετά το Βαλτέτσι, μάζεψε όλους
τους οπλαρχηγούς. Η ώρα είχε έρθει. Είχε έρθει η ώρα για τους Έλληνες να
εκστρατεύσουν ενάντια στην Τριπολιτσά.
Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου