Κεφάλαιο Έβδομο
Πολιορκία
Καλοκαίρι 1821
Μετά το Βαλτέτσι, ο Κολοκοτρώνης μάζεψε σιγά σιγά τους άνδρες του και
τους έφερνε γύρω από την Τριπολιτσά. Κατάφεραν δύο άλλες απανωτές νίκες στα
Δολιανά και στα Βέρβαινα. Το ηθικό των Ελλήνων ήταν πιο υψηλό από ποτέ. Οι
άντρες του Κολοκοτρώνη είχαν αποκτήσει ως λάφυρα κανόνια, πάρα πολύ χρήσιμα για
την πολιορκία. Ο κόσμος, στο άκουσμα της ελευθερίας του έθνους, έτρεξε να
βοηθήσει όπως μπορούσε ο καθένας τον στρατό για την επικείμενη πολιορκία.
Μια μέρα, ένας τσοπάνος πλησίασε το στρατόπεδο, έχοντας πίσω του
ένα κοπάδι με συνολικά 120 γίδια, πρόθυμος να τα προσφέρει στους
επαναστατημένους Έλληνες. Ο Γέρος εκείνη την ώρα συνομιλούσε με τον πατέρα
Αθανάσιο, ο οποίος είχε γίνει πια ο πνευματικός πατέρας του στρατεύματος.
Πάντοτε αυστηρός, αλλά με αγάπη, προσπαθούσε να συνετίζει τους θερμόαιμους Έλληνες
και να ξυπνά μέσα τους το αισθητήριο της πίστεως, για να κινούνται με βάση τον
Λόγο και όχι τα αρνητικά αισθήματα του μίσους, που φύτευε στις ψυχές τους αυτός
ο διάβολος. Βλέποντας τον απλό αυτόν άνθρωπο να πλησιάζει, γύρισαν και οι δύο
και τον αντίκρυσαν. Ένας ηλιοκαμένος μεσήλικας, απλός άνθρωπος.
«Ψάχνω τον Θεόδωρο Κολοκοτρώνη, τον Γέρο του Μοριά» τους είπε.
«Τι τον ζητάς;» ρώτησε χαμογελαστά ο μοναχός.
«Να» είπε, δείχνοντας το κοπάδι του, «θέλω να του δώσω αυτά εδώ,
για την πατρίδα». Ο Γέρος δεν είπε κάτι.
«Θα του τα μεταφέρω εγώ» είπε ο μοναχός. Ο τσοπάνος έγνεψε καταφατικά.
«Περίμενε!» φώναξε ο Γέρος, που ακόμα δεν είχε αποκαλύψει την
ταυτότητα του. «Έχεις άλλα ζωντανά;».
«Όχι» απάντησε απλά ο τσοπάνος και γύρισε να φύγει κρατώντας τη
γκλίτσα του, η περιουσία που του είχε απομείνει.
«Απλή πίστη, είναι πανίσχυρη πίστη» σχολίασε ο μοναχός. «Αυτός ο
άνθρωπος τα έδωσε όλα για την πατρίδα και πιθανόν να πεινάσει τον χειμώνα που
έρχεται. Αλλά η πίστη του στον Θεό, αλλά και η έμπνευση που έχεις προσφέρει στον
λαό Θεόδωρε, αυτές είναι που δίνουν ελπίδα, αυτές είναι αξίες για τις οποίες
μπορεί να σωθεί κάποιος. Πολεμάμε υπέρ πίστεως πρώτα και υπέρ πατρίδας. Ας μην
το ξεχνάμε, ούτε εγώ, ούτε και εσύ».
Σύντομα όμως δεν άργησαν να μαζευτούν σύννεφα πάνω από το ελληνικό
στρατόπεδο. Οι προεστοί και οι κοτζαμπάσηδες, άρχοντες κατά την διάρκεια των
400 χρόνων της σκλαβιάς, ζητούσαν πάλι διοικητικές θέσεις ακόμα και αν δεν
είχαν πιάσει τουφέκι καμία φορά στη ζωή τους. Ο Κολοκοτρώνης προσπαθούσε να
συγκρατήσει την οργή του.
«Δεν νοιαστήκανε για τίποτε άλλο παρά για τα πορτοφόλια τους, πάτερ,
και ζητούν και λογαριασμό; Πότε έχυσαν το αίμα τους για την πατρίδα; Πότε αυτοί
είδαν την αντάρα της μάχης από κοντά, τα βόλια να φυτεύονται εκατοστά πλάι σου.
Και ζητούν να είναι δικοί μας άρχοντες;» έλεγε ο πικραμένος Γέρος κάτω από το
πετραχήλι του μοναχού.
Τα πράγματα έγιναν χειρότερα όταν έφτασε στο στρατόπεδο ο Δημήτριος
Υψηλάντης, μετά από πρόσκληση του Κολοκοτρώνη. Αν και είχε εκλεγεί
αρχιστράτηγος μαζί με τον Γέρο για την πολιορκία της Τριπολιτσάς, πολλοί ήταν
αυτοί που τον περιφρονήσανε όταν πάτησε το πόδι του στο στρατόπεδο. Για να μην
κορυφωθεί η ένταση ο Υψηλάντης αποχώρησε από το στρατόπεδο. Αυτό όμως εξαγρίωσε
τους πιο γέρους, τον Μαυρομιχάλη και τον Μητροπέτροβα, οι οποίοι εξεγέρθηκαν
κατά των προεστών που ζητούσαν θέσεις και αξιώσεις. Φτάσανε σε σημείο να τραβήξουν
τα μαχαίρια τους.
«Αρκετά!» γρύλισε ο Γέρος, με την δυνατή φωνή του. «Τι είστε εσείς;
Ε; Τι θα κερδίσετε από αυτό; Θα γίνουμε χειρότεροι από δαύτους που πολεμάμε,
επειδή μόνο τρωγόμαστε μεταξύ μας;».
Με τα πολλά κατάφερε να τους χωρίσει. Ο Υψηλάντης επέστρεψε και οι
τόνοι φάνηκαν να πέφτουν. Μία ακόμα νίκη ήρθε για να τονώσει το ηθικό των Ελλήνων.
Ο Κολοκοτρώνης έμαθε από άνδρες που είχε μέσα στην πόλη ότι οι Τούρκοι θα
βγαίνανε από την πόλη για προμήθειες που θα άρπαζαν από τα γύρω χωρία. Τότε ο
Γέρος έβαλε σε εφαρμογή ένα πανούργο σχέδιο. Έβαλε τους άντρες του να σκάψουν
μια γράνα ανάμεσα στα αμπέλια γύρω από την Τριπολιτσά. Όλοι απόρησαν, αλλά
πλέον εμπιστεύονταν τυφλά τον Γέρο. Οι Τούρκοι λοιπόν βγαίνοντας, είδαν την
γράνα και γέλασαν.
«Δείτε τους Έλληνες» είπαν μεταξύ τους. «Μοιράζουν ήδη τα κτήματα μας
μεταξύ τους». Πήγαν λοιπόν και άρπαζαν όλη μέρα από τα γύρω χωριά. Όμως όταν
γύριζαν τους περίμενε μια έκπληξη. Ο Κολοκοτρώνης έβαλε αρκετούς άντρες μέσα
στη γράνα και περίμεναν τους Τούρκους να επιστρέψουν. Μόλις μπήκαν σε πεδίο
βολής, οι Έλληνες θέρισαν την εμπροσθοφυλακή τους. Οι Τούρκοι προσπάθησαν να
κρυφτούν αλλά δεν μπορούσαν να βρουν πουθενά καταφύγιο. Ήταν απλά στόχοι για τους
Έλληνες. Και δεν μπορούσαν να μπουν στην Τριπολιτσά, επειδή έπρεπε να περάσουν πάνω
από τη γράνα των Ελλήνων. Οι Τούρκοι άφησαν 400 νεκρούς εκείνο το βράδυ. Οι
Έλληνες έχασαν μόλις 30.
13 Σεπτεμβρίου 1821, Μεσημέρι
Η πολιορκία είχε αρχίσει να γίνεται αβάσταχτη πλέον για στους
Τούρκους. Η πόλη ερήμωνε μέρα με τη μέρα, τα τρόφιμα τελείωναν.
«Πρέπει να συνθηκολογήσουν» έλεγε ο Νικηταράς βηματίζοντας πάνω κάτω.
«Δεν είναι δυνατόν να μην θέλουν να συνθηκολογήσουν».
«Υπομονή και θα δεις, σύντομα θα ακούσουμε νέα από τους Τούρκους»
του έλεγε ο Γέρος. Και δεν έπεσε έξω. Σύντομα έφτασε αντιπροσωπεία των Τούρκων,
ζητώντας ακρόαση από τον Κολοκοτρώνη.
Οι Έλληνες καθίσανε έξω από την Τριπολιτσά, γύρω στα πενήντα άτομα
αντιπροσωπία με επικεφαλής τον Κολοκοτρώνη. Μόλις είδαν στους Τούρκους να
πλησιάζουν, ο Μαυρομιχάλης έκανε να κινηθεί στους το μέρος στους, νομίζοντας
ότι θα πήγαιναν να στους συναντήσουν. Ο Κολοκοτρώνης τον έπιασε από τον ώμο και
τον τράβηξε πίσω.
«Τι έγινε; Δεν θα πάμε;» ρώτησε ο Πλαπούτας με απορία.
«Υπομονή. Αφήστε στους να ψηθούν λίγο κάτω από τον ήλιο. Ας τους
δείξουμε ότι δεν στους έχουμε ανάγκη!» είπε περήφανα ο Γέρος.
Τελικά, έπειτα από αρκετή ώρα οι δύο αντιπροσωπίες βρέθηκαν αντιμέτωπες
η μία με την άλλη. Από το πρόσωπο του Κεχαγιάμπεη, φαινόταν ότι δεν ήταν
ευχαριστημένος. Ο Γέρος δεν θα έπαιρνε μέρος. Ο Δημοσθένης και ο Νικηταράς ήταν
μπροστά, ως αντιπρόσωποι του. Αυτός καθόταν πίσω, σε έναν βράχο να επιβλέπει.
Ωστόσο, οι συζητήσεις τραβούσαν σε μάκρος και δουλειά δεν γινόταν. Και όχι μόνο
αυτό, αλλά οι Τούρκοι ξεκίνησαν να βάζουν και όρους στην συμφωνία.
Ο Γέρος μόλις άκουσε στους αντιπροσώπους των Τούρκων να βάζουν
όρους στη συμφωνία και καταλαβαίνοντας ότι οι Τούρκοι απλά χρόνο τρώγανε,
προσπαθώντας να πείσουν στους Έλληνες σε μια συμφωνία που θα συνέφερε στους
Τούρκους, αφήνιασε. Κοίταξε παγερά τον Κεχαγιάμπεη, καταλαβαίνοντας ότι ο
απώτερος σκοπός δεν ήταν στους από το να περιμένουν οι Τούρκοι στους ενισχύσεις
στους και να ενωθούν μαζί στους.
«Αρκεί!» φώναξε με την βροντερή φωνή του. Όλοι σταμάτησαν να
μιλούν. «Ποιος άραγε είναι ο νικητής εδώ πέρα; Εμείς ή αυτοί οι Τούρκοι, που
τολμούν και βάζουν όρους;» Ο Γέρος σηκώθηκε και έσιαξε την φουστανέλα του.
«Πάμε να φύγουμε από εδώ!» διέταξε και γύρισε την πλάτη του στη Τουρκική
πρεσβεία, ακολουθούμενος από στους άντρες του. Ο Κεχαγιάμπεης καθόταν σαν
αποχαυνωμένος και στους κοιτούσε, συνειδητοποιώντας ότι οι διαπραγματεύσεις του
είχαν ναυαγήσει και η πτώση πλέον της πόλης ήταν αναπόφευκτη.
13 Σεπτεμβρίου 1821, Αργά το βράδυ
Το ίδιο βράδυ μετά στους διαπραγματεύσεις, έφτασαν μεταμφιεσμένοι
αντιπρόσωποι των Αρβανιτών στο στρατόπεδο του Κολοκοτρώνη. Για καλή του τύχη, ο
Γέρος, καταλαβαίνοντας ότι οι Αρβανίτες δεν ήθελαν να πολεμήσουν άλλο, από την
στάση του αντιπροσώπου τους κατά τις διαπραγματεύσεις, τους περίμενε στην
είσοδο, για να μην δημιουργηθούν επεισόδια με στους άντρες του. Αυτοί,
αναγνωρίζοντας ότι η πόλη θα πέσει, δεν θέλανε να καθίσουνε να θανατωθούνε για
κανένα λόγο. Ο Γέρος τους καθησύχασε. Είχαν τον λόγο του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη
ότι θα τους άφηνε να φύγουν από την πόλη.
Ο μοναχός καθόταν και προσευχόταν λίγο πιο έξω από το στρατόπεδο
και προσευχόταν, μακριά από τον θόρυβο του πολέμου, αναζητώντας λίγη ησυχία και
γαλήνη μέσα στην σκοτεινή νύχτα. Ο Κολοκοτρώνης, ωστόσο, ως υπερπροστατευτικός
πατέρας, είχε πάντοτε δύο άνδρες από μακριά, να προστατεύουν τον πνευματικό στους
πατέρα. Ωστόσο, σήμερα ήταν διαφορετική η νύχτα. Πιο σκοτεινή από το κανονικό…
σαν το κακό και το θανατικό που έφερνε ο πόλεμος. Αλλά προσπάθησε να το
αγνοήσει αυτό το αίσθημα, εντείνοντας την προσευχή. Πίσω του κάποια στιγμή,
ακούστηκαν βήματα, στους εκείνο το βράδυ πριν μήνες στο μοναστήρι.
«Αλέξανδρε» είπε ήρεμα ο μοναχός, δίχως να γυρίσει, καταλαβαίνοντας
το χαρακτηριστικό περπάτημα του κουτσού. Ο κουτσός, πλησίασε και γονάτισε κάπως
δύσκολα δίπλα τον γέροντα, σταυρώνοντας τα χέρια.
«Υπάρχει σωτηρία για μένα, γέροντα;» τον ρώτησε, στους είχε άλλοτε
κάνει πριν από καιρό.
«Εξαρτάται τι στους κάνει, και αν μετανιώνεις γι’ αυτά» έδωσε για
ακόμη μία φορά την απάντηση ο μοναχός. «Όσες φορές και να με ρωτήσεις θα σου πω
το ίδιο πράγμα».
«Ξέρεις σκέφτηκα αυτό που μου είπες εκείνο το βράδυ. Και συμφωνώ
μαζί σου» είπε ο κουτσός, κοιτώντας στους τα κάτω, κάνοντας τον μοναχό να
καταλάβει ότι ο Αλέξανδρος δεν ήταν εδώ για καλό. Έψαξε για μια στιγμή στους
άντρες του Κολοκοτρώνη. Δεν φαινόντουσαν πουθενά.
«Στους έδιωξα» είπε ο κουτσός. Ο μοναχός τον κοίταξε αυστηρά. «Δεν
στους σκότωσα πάτερ, μην ανησυχείς. Στους αντικατέστησα απλά» είπε και σηκώθηκε
όρθιος.
«Όντως δεν μπορώ να εκδικηθώ τον κάθε Έλληνα, γιατί θα γίνω
χειρότερος και από στους Τούρκους. Οπότε αποφάσισα, να στους αποδείξω ότι αυτοί
είναι όντως χειρότεροι από στους Τούρκους».
«Οι Έλληνες είναι παλικάρια» πήγε να αντιτάξει ο μοναχός, αλλά ο
Αλέξανδρος τον σταμάτησε.
«Τίποτα από αυτά δεν είναι!» φώναξε εξαγριωμένος ο κουτσός. «Απλά
σε σέβονται και σε ακούν. Αν δεν είχαν εσένα ή έναν Κολοκοτρώνη να στους
συνετίζετε και να στους βάζετε σε τάξη, θα ήταν ακόμα πάνω στα βουνά,
αγριάνθρωποι, με μόνο στόχο το αίμα των εχθρών στους».
«Οι Έλληνες έχουν την πίστη στους στον Θεό» είπε ατάραχος ο
μοναχός, κρατώντας σφιχτά το κομποσκοίνι στα χέρια του. «Σε έχει κυριεύσει το
μίσος. Επειδή στους σε αδίκησε, δεν σημαίνει ότι όλοι φταίνε. Είμαστε
διαφορετικοί. Υπάρχει καλοσύνη σε αυτόν τον κόσμο. Αρκεί να ανοίξεις στους
οφθαλμούς στους ψυχής σου και ίσως τότε δεις το Φως Του».
Ο κουτσός δεν μίλησε. Ο μοναχός αναστέναξε. Μιμούμενος τον Κύριο
που τόσο αγάπησε, είπε απλά:
«Εκείνο που στους να κάνεις, κάνε το γρήγορα».
Ο κουτσός στάθηκε αμήχανα για λίγο.
«Λυπάμαι».
14 Σεπτεμβρίου 1821, Πρωί
Το επόμενο πρωί, ο Κολοκοτρώνης ξεσήκωσε ολόκληρο το στρατόπεδο,
καθώς ο μοναχός δεν είχε επιστρέψει από ο προηγούμενο βράδυ. Ο Γεώργιος με στους
άντρες του, ο Δημοσθένης, ο Νικηταράς και ο Πάνος Κολοκοτρώνης, όλοι είχαν βγει
με στους άντρες στους να ψάξουν τον πατέρα στους. Σύντομα βρέθηκαν μπροστά στο
θλιβερό θέαμα. Ο μοναχός κείτονταν ξαπλωμένος στο έδαφος, με τα χέρια
σταυρωμένα στο στήθος του. Όσο και να φώναζαν οι άνδρες, μάταια. Η ψυχή του
μοναχού είχε πετάξει στην αγκαλιά του Δημιουργού του. Παραδίπλα, κρεμασμένος σε
ένα δέντρο, σαν στους Ιούδας Ισκαριώτης, βρισκόταν ο Αλέξανδρος, ο οποίος
κουράστηκε από το παιχνίδι στους εκδίκησης και μην θέλοντας να πέσει στα χέρια
των Ελλήνων μετά από τον φόνο του μοναχού, αποφάσισε να δώσει μόνος του ένα
τέλος.
Όλοι θρήνησαν τον μοναχό. Ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης
περιτριγυρισμένος από στους οπλαρχηγούς και τα αντρειωμένα παλικάρια του,
έκλαψε γοερά πάνω από το νεκρικό κρεβάτι. Ο μοναχός, ένα με τον Θεό πλέον,
ατάραχος και χαμογελαστός, ήταν σαν να προσπαθούσε να παρηγορήσει, ακόμα και
στον θάνατο, στους γενναίους αγωνιστές. Τον θάψανε την επόμενη μέρα, για να
έχουν όλοι την δυνατότητα για τον τελευταίο ασπασμό. Ο Κολοκοτρώνης, ερχόμενος
σε συνεννόηση με τον Τούρκο διοικητή, ο οποίος γνώριζε και ήξερε τη φήμη του
μοναχού, του επιτράπηκε να θάψει τον μοναχό στον οικογενειακό του τάφο, δίπλα στους
αγαπημένους του γονείς. Ο Δημοσθένης, με πρόσωπο σκληρό σαν πέτρα, έχοντας
χάσει πατέρα και αδερφό εκείνη την μέρα, ήταν εκείνος που πρώτος συνόδεψε τον
μοναχό στην τελευταία του κατοικία, αλλά και ο μόνος που έθαψε τον αδερφό του,
μαζί με έναν ιερέα και τον Νικηταρά, ο οποίος παρόλη τη προδοσία, αναγνώριζε το
όμοιο του αγωνιστή στο πρόσωπο του Αλέξανδρου. Ο Δημοσθένης στο τέλος έμεινε
μόνος πάνω από τον τάφο, για να ανταλλάξει κάποια τελευταία λόγια με τον αδερφό
του.
Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου