Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Διήγημα 1821: Υπέρ Πίστεως και Πατρίδας, Μέρος 8ο

 

Κεφάλαιο Όγδοο

Η πτώση της πόλης

 

15 Σεπτεμβρίου

Το ελληνικό στρατόπεδο μετρούσε απώλειες από εκείνη την ημέρα. Ο Υψηλάντης αναγκάστηκε πάλι να φύγει από το στρατόπεδο των Ελλήνων. Το ηθικό πεσμένο. Η πνευματική διαύγεια που προσέφευγε σε ένα μίσος, που έψαχνε την δίοδο να ξεχυθεί στον κόσμο. Ήταν ξεκάθαρο ότι Έλληνας ήταν αυτός που φόνευσε τον πατέρα τους, αλλά δεν είχε πλέον σημασία. Την σκλαβιά, οι Τούρκοι την είχαν προκαλέσει. Πόλεμο έκαναν, με πόλεμο πλέον οι Έλληνες θα απαντούσαν. Στη σφαγή με σφαγή. Θα έπαιρναν αυτό που άνηκε σε αυτούς.

Ο Κολοκοτρώνης και άλλοι οπλαρχηγοί, κυρίως ο Μητροπέτροβας, ως γηραιότεροι και κουρασμένοι, με χρόνια αγώνα στη πλάτη τους, ξέροντας την καταστροφή που φέρνει ο πόλεμος, προσπαθούσαν να κρατάνε τα χαλινάρια, αλλά με μικρή επιτυχία. Η απώλεια του μοναχού τους είχε επηρεάσει όλους και τον ίδιο τον Γέρο. Σκλήρανε το πρόσωπο του, έγινε λίγο πιο απόμακρος. Όλοι ξέρανε τον Γέρο ότι σύντομα θα επανερχόταν, αλλά τώρα, απλά θρηνούσε τον χαμό ενός αδελφού, ενός πατέρα, ενός φίλου στον οποίο μπορούσε να στηριχτεί.

Ωστόσο η πολιορκία συνεχιζόταν. Μετά τις αποτυχημένες προσπάθειες του Κεχαγιάμπεη να διαπραγματευτεί, η κατάσταση για τους Τούρκους έγινε τραγική. Οι ενισχύσεις δεν θα έφταναν ποτέ. Τώρα θα βασίζονταν σε ένα θαύμα για να σωθούν. Ωστόσο η πλευρά των Ελλήνων παρέμενε σιωπηλοί. Το πρόβλημα ήταν, ότι παρότι οι Έλληνες είχαν αποδεκατίσει τους υπερασπιστές της Τριπολιτσάς, δεν είχαν την δυνατότητα να πάρουν την πόλη, ελλείψει εξοπλισμού. Ο Κολοκοτρώνης για ακόμα μια φορά, έπρεπε να βασιστεί στην εξυπνάδα του για να προσπεράσει και αυτό το εμπόδιο.

Μια μέρα που περπατούσε στο στρατόπεδο, η απαρχή μιας ιδέας φυτεύτηκε στο μυαλό του.    

«Στείλε μου δύο από τα καλύτερα παλικάρια σου» διέταξε ο Κολοκοτρώνης τον Μαυρομιχάλη.

«Για ποιο σκοπό;» έκανε να ρωτήσει, μόνο για να έρθει αντιμέτωπος με το σκληρό πρόσωπο του Γέρου. Δεν είχε την υπομονή πλέον τον κάθε ένα να αμφισβητεί τα λόγια του, ή να εξηγεί στον κάθε έναν τις επόμενες κινήσεις του.

«Απλά κάνε το» απάντησε ξερά.

Δύο παλικάρια, από τα πρωτοπαλίκαρα των Μεσσήνιων, εμφανίστηκαν τις επόμενες ώρες στην σκηνή του αρχιστράτηγου. Ο Δούνιας και ο Ρουμάνης. Ο Γέρος τους ήξερε. Καλά παλικάρια με κοφτερό μυαλό.

«Έχετε ακούσει για το χρονικό της Τροίας;» μπήκε απευθείας στη συζήτηση ο Γέρος, μόλις μπήκαν στη σκηνή.

«Φυσικά» απάντησαν και οι δύο.

«Δυστυχώς δεν έχουμε την δυνατότητα να εκπορθήσουμε την πόλη. Δεν έχουμε κανόνια, δεν έχουμε σκαλωσιές, δεν έχουμε πολιορκητικά εργαλεία. Χρειαζόμαστε έναν Δούρειο Ίππο για να μπούμε στην πόλη. Θέλω να μπείτε στην πόλη. Αναμειχθείτε με τον κόσμο. Και όταν βρείτε ευκαιρία, δώστε μας ένα σύνθημα, για να μπούμε στην πόλη».

«Ίσως αυτό να μην χρειαστεί, στρατηγέ» είπε ο Δούνιας. «Η αλήθεια είναι ότι εδώ και καιρό, έχουμε πιάσει φιλία με κάποιον Τούρκο φύλακα. Δεν ξέρει ότι είμαστε δικοί σου στρατιώτες, του έχουμε πει ότι είμαστε έμποροι. Ίσως μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε αυτόν ως την είσοδο μας μέσα στην πόλη».

Ο Γέρος κούνησε καταφατικά το κεφάλι του.

«Με προσοχή όμως. Αν αποκαλυφθείτε, είστε μόνοι σας».

 

24 Σεπτεμβρίου 1821

Ο Δούνιας και ο Ρουμάνης, πλησίασαν την πόλη, μεταμφιεσμένοι όπως πάντα ως έμποροι. Κατά έναν παράξενο λόγο, η πόλη φαινόταν ιδιαίτερα ήσυχη εκείνη την ημέρα. Ο ήλιος εκείνη την ώρα έδυε, βάφοντας τον ουρανό με ένα απαλό πορτοκαλί χρώμα. Ο Χαλίλ, έτσι έλεγαν τον Τούρκο φύλακα, καθισμένος στην συνηθισμένη του θέση, καθάριζε το τουφέκι του με ιδιαίτερη σχολαστικότητα. Μόλις τους είδε από μακριά τους χαιρέτησε.

«Τι κάνετε αγαπητοί» τους ρώτησε χαρούμενα.

«Δόξα τω Θεώ» είπε ο Ρουμάνης, ανταποδίδοντας τον χαιρετισμό.

«Τι γίνεται; Πολύ ησυχία σήμερα» παρατήρησε ο Δούνιας.

«Ναι, ναι, ο διοικητής τους κάλεσε όλους σε σύσκεψη» είπε χαμογελαστά ο Χαλίλ. Οι δύο στρατιώτες κοιτάχτηκαν με νόημα.

«Είμαστε εδώ με κάποιους ακόμα φίλους που είναι από μακριά και δεν έχουν δει την πόλη» είπε με πονηριά ο Δούνιας. «Θα μας αφήσεις να ανέβουμε για λίγο στα τείχη;».  

Σύντομα ο Τούρκος θα πλήρωνε την αγαθοσύνη του ακριβά. Μόλις αρκετοί Έλληνες βρέθηκαν στο τοίχος, έριξαν αναίσθητο τον φύλακα και άνοιξαν τις πύλες. Ο Δούνιας όμως και ο Ρουμάνης δεν είχαν προλάβει να ειδοποιήσουν τον Γέρο. Οι αρχηγοί των Ελλήνων δεν είχαν την παραμικρή ιδέα ότι οι στρατιώτες τους έπαιρναν την πόλη. Κατάλαβαν ότι γινόταν μάχη, όταν έπεσαν οι πρώτες τουφεκιές στην πόλη. Αλλά ήταν αργά για να επιβάλλουν την τάξη. Οι πύλες της πόλης άνοιγαν η μία μετά την άλλη και κανείς πλέον δεν μπορούσε να σταματήσει το μακελειό. Οι άσπρες φουστανέλες των Ελλήνων κατέκλυσαν την πόλη και δεν υπήρχε πλέον σταματημός στον χείμαρρο των Ελλήνων.

Οι Αρβανίτες πανικοβλήθηκαν βλέποντας τα μιλιούνια των Ελλήνων να προελαύνουν στο σεράι του πασά. Άδικα ούρλιαζε ο Κεχαγιάμπεης, άλλοτε τάζοντας τους πλούτη, είτε απειλώντας τους με τη κρεμάλα. Οι Αρβανίτες όμως, θέλοντας από καιρό να εγκαταλείψουν την πόλη, έφυγαν στα κρυφά και βγήκαν, ελπίζοντας ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης να κρατούσε την υπόσχεση του. Μόλις όμως βγήκαν έξω, μπαρουτιές άρχισαν να πέφτουν γύρω τους, αναγκάζοντας τους να υποχωρήσουν και να βρουν καταφύγιο. Ο Μαυρομιχάλης και ο Πλαπούτας, ανίκανοι να ελέγξουν την ίδια τη δική τους τη μανία, αδυνατούσαν να σταματήσουν τους άνδρες τους από αυτή την άνιση σφαγή. Ο Νικηταράς στο κέντρο της μάχης, γάβγιζε διαταγές δεξιά και αριστερά προσπαθώντας να επαναφέρει σε τάξη το στράτευμα, αλλά του κάκου. Ο Κολοκοτρώνης βρισκόταν ακόμη πίσω και δεν μπορούσε να φτάσει μπροστά. Μόνο η εμβληματική μορφή του Γέρου μπορούσε να σταματήσει αυτή τη τρέλα. Ο Ρουμάνης, μόλις πληροφορήθηκε για την κατάσταση με τους Αρβανίτες έτρεξε στον Πάνο Κολοκοτρώνη, για να τον ενημερώσει. Ο ίδιος του, με δυσκολία, με κίνδυνο ακόμα και να τον ποδοπατήσουν πήγε και βρήκε τον πατέρα του. Ο Κολοκοτρώνης άστραψε και βρόντηξε ακούγοντας τα όσα γίνονταν στην πόλη. Σέλωσε το άσπρο του άλογο και έτρεξε προς το Σεράι, σπρώχνοντας δεξιά και αριστερά πολεμιστές που προσπαθούσαν να του ανακόψουν την πορεία. Τα πτώματα πολλαπλασιάζονταν καθώς οι Τούρκοι έκαναν γενναία προσπάθεια να υπερασπιστούν το τελευταίο φρούριο της πόλης που δεν είχε πέσει ακόμα. Οι Αρβανίτες κάνανε απέλπιδες προσπάθειες να συνεννοηθούν με τους Έλληνες. Ο Νικηταράς προσπαθούσε να εξηγήσει στους συμπολεμιστές του τη συμφωνία με τον Γέρο, αλλά το μόνο που έλαβε από αυτούς ήταν βρισιές και η απειλή των όπλων.

«Έρχεται ο Γέρος του Μοριά!» ακούστηκε η φωνή κάποιου μέσα στην αναταραχή. Έλληνες και Τούρκοι, σαστισμένοι και φοβισμένοι στη θέα του ιππέα που κατέφθανε, σαν να υπάκουαν σε μια διαταγή, κατέβασαν τα όπλα. Ο Κολοκοτρώνης, ακολουθούμενος από τον γιο του Πάνο, στάθηκε ανάμεσα στους Αρβανίτες και τους Έλληνες πολεμιστές. Είχε εκείνο το βλέμμα, όπως εκείνη τη μέρα που στάθηκε αγέρωχος στη μέση του δρόμου έξω από το Βαλτέτσι, και διέταξε τους αγωνιστές να παύσουν πυρ ενάντια στους Αρβανίτες.

«Αφήστε αυτούς» είπε δείχνοντας τους Αρβανίτες. Οι Έλληνες σαστισμένοι άνοιξαν τις γραμμές τους, ακριβώς όπως είχαν κάνει και οι Αρβανίτες στο Βαλτέτσι. Είδε κάποια άγρια πρόσωπα και κάποια καριοφίλια των Ελλήνων να γεμίζουν. Ένας μόλις θερμόαιμος Έλληνας χρειαζόταν για να λήξει την επανάσταση. Επικεφαλής των Αρβανιτών και με την βοήθεια του Πάνου και του Νικηταρά, έβγαλε τους Αρβανίτες από την πόλη, σε μια ασφαλή απόσταση, και τους άφησε ελεύθερους. Όμως πίσω στην πόλη η σφαγή συνεχίστηκε για ώρες ακόμα. Η σκλαβιά 400 χρόνων, το μίσος που υπήρχε στις ψυχές των Ελλήνων, έβγαινε πάνω στους κατοίκους της Τριπολιτσάς.        

Η μάχη έπαυσε αργά το βράδυ. Η Τριπολιτσά βρισκόταν τυλιγμένη στις φλόγες. Ο Πάνος περπατούσε στους δρόμους, κοιτώντας δεξιά και αριστερά σώματα άψυχα, μην μπορώντας να πιστέψει τη θηριωδία που μόλις είχε συμβεί. Ο Μητροπέτροβας δεν μπήκε καν στην πόλη. Ο Νικηταράς καθόταν σε μια γωνιά, μόνος του, έχοντας αφήσει τα όπλα του κατά πέρα στο έδαφος. Δεν άγγιξε τίποτα από αυτά που έλαβαν οι Έλληνες από την Τρίπολη. Δεν μπορούσε, τον εμπόδιζε η περηφάνια του. Ο Κολοκοτρώνης μπήκε στην πόλη περασμένα μεσάνυχτα. Αν και κατακτητής στα στόματα όλων, μόλις κατέκτησε ένα ερείπιο και μέσα του πίστευε ότι θα μπορούσε να κάνει περισσότερα, να σώσει και την πόλη αλλά και τους άντρες του από την απανθρωπιά. Αλλά δεν μπορούσε και να μην νιώθει μια γλυκύτητα, καθώς το όνειρο της απελευθέρωσης του Γένους γινόταν επιτέλους πραγματικότητα. Θυμήθηκε εκείνη την μέρα, όταν ήταν μικρό παιδί, που έτρεξε κλαμένος στη μάνα του, αφού ένας Τούρκος τον είχε χαστουκίσει δυνατά. Τότε είχε πει:

«Εγώ δεν θα ξαναπατήσω το πόδι μου στη Τριπολιτσά, παρά μόνον για να την ελευθερώσω!».

Ήταν σίγουρος ότι η μάνα του η «Καπετάνισσα» θα ένιωθε περισσή υπερηφάνεια για αυτόν τον περήφανο, πεισματάρη και αντρειωμένο υιό της, που πλέον τον προστάτευε από ψηλά.  

Ο Χαλίλ ξύπνησε, πιάνοντας το κεφάλι του από τον πόνο. Το χτύπημα του Δούνια θα του άφηνε σίγουρα σημάδι. Κοίταξε γύρω του. Τα μάτια του έκαναν λίγη ώρα να συνηθίσουν το πηχτό σκοτάδι. Ήταν ξαπλωμένος σε ένα στρώμα από δέρμα προβάτου. Τα όπλα του τακτοποιημένα λίγο πιο πέρα. Πιο πέρα, όρθιος με το βλέμμα καρφωμένο στην Τριπολιτσά, ο Δούνιας καθόταν με τα χέρια σταυρωμένα, κοιτώντας τις φλόγες που τύλιγαν σιγά σιγά την πόλη. Ο Χαλίλ, αμίλητος, σηκώθηκε και στάθηκε δίπλα στον Έλληνα αγωνιστή. Τα μάτια του βούρκωσαν, βλέποντας την πόλη που γεννήθηκε να τυλίγεται στις φλόγες.

«Γιατί το κάνατε αυτό;» ρώτησε ο Τούρκος. Ο Δούνιας δεν μπόρεσε να βρει απάντηση.

«Μια φορά» είπε σκουπίζοντας τα δάκρυα του ο Χαλίλ «άκουσα έναν από τους δικούς σας, τους ρασοφόρους, να μιλάνε στον κόσμο για τον Χριστό. Και είπε ότι ο χρυσός κανόνας της πίστης σας ήταν, αν θυμάμαι σωστά, ότι δεν θέλεις να σου κάνουν, να μην το κάνεις στους άλλους. Σωστά;» ρώτησε. Ο Δούνιας κούνησε καταφατικά το κεφάλι του.

«Σωστά άκουσες».

«Και τότε αυτό» είπε δείχνοντας «τι είναι;».

Ο Δούνιας αρνήθηκε να τον κοιτάξει στα μάτια. Έσκυψε πάνω από έναν σάκο και έβγαλε ένα έγγραφο.

«Αυτό είναι από τον στρατηγό μας, τον Κολοκοτρώνη. Θα σε βοηθήσει να περάσεις τις ελληνικές γραμμές… Θέλω να πιστεύω τουλάχιστον. Είναι το λιγότερο που μπορούσαμε να κάνουμε».

Ο Τούρκος περιεργάστηκε το έγγραφο. Ο Έλληνας έμεινε λίγο ακίνητος.

«Έχεις άλλη οικογένεια; Δικούς σου ανθρώπους;».

Ο Χαλίλ θλιμμένα, κούνησε αρνητικά το κεφάλι.

«Ο στρατηγός μας μόλις ελευθέρωσε τους Αρβανίτες. Μπορείς να ακολουθήσεις αν θες;» συνέχισε ο Δούνιας.

«Δεν υπάρχει σωτηρία για εμένα…» πήγε να πει ο Τούρκος αλλά ο Δούνιας ύψωσε την φωνή του.

«Σώσε τη ζωή σου! Ποτέ δεν ξέρεις τι μπορεί να φέρει η επόμενη μέρα! Κάποια στιγμή μπορεί να γυρίσεις εδώ, πίσω στην πατρίδα σου!».

«Δεν έχω κάτι να με κρατήσει εδώ… Δεν έχω…».

Ο Δούνιας κατάλαβε ότι δεν μπορεί να κάνει κάτι άλλο.

«Ελπίζω να με συγχωρέσεις κάποτε» είπε σχεδόν ψιθυριστά ο Δούνιας, καθώς ένας κόμπος τον πίεζε στον λαιμό. «Ελπίζω… Να επιλέξεις το σωστό…».

«Δεν υπάρχει λόγος, φίλε Δούνια. Είμαστε στρατιώτες» είπε και ορθώνοντας το ανάστημα του τον χαιρέτισε στρατιωτικά. Ο Δούνιας ανταπέδωσε τον χαιρετισμό. Πήρε το άλογο από τα γκέμια και άρχισε να κατεβαίνει την πλαγιά. Ένας κρότος ακούστηκε, σχίζοντας τον αέρα. Το άλογο πανικοβλήθηκε, αλλά ο Δούνιας το ηρέμησε χαϊδεύοντας το στο λαιμό. Κατάλαβε τελικά ποιον δρόμο είχε επιλέξει ο Τούρκος. Η περηφάνια του, τον εμπόδισε από το να σώσει τη ζωή του. Κοίταξε τον ουρανό και έκανε τον σταυρό του. Και από μέσα του, ξεκίνησε να λέει την ευχή. 

Επίλογος

 

Όταν εν τέλει μπήκα στην Τριπολιτσά, ανατρίχιασα μπροστά στο θέαμα που αντίκρυζα. Είδα το μίσος 400 χρόνων να ξεσπάει πάνω σε ανθρώπους που ίσως και να ήταν αθώοι. Και εκείνη την στιγμή ευχήθηκα να εμφανιζόταν η αγέρωχη μορφή του μοναχού Αθανάσιου να βάλει τέλος σε αυτή τη τρέλα. Θα έκανε τα πάντα για να σώσει το σπίτι του, την ιδιαίτερη πατρίδα του. Αλλά δεν ήταν πια μαζί μας. Και ήταν δικό μου φταίξιμο αυτό. Ο σκοπός δεν αγιάζει τα μέσα και εκείνη την ημέρα αποδείξαμε ότι μπορούσαμε να γίνουμε χειρότεροι από τον εχθρό που πολεμούσαμε. Μπήκα στην κατεκτημένη πόλη την επόμενη μέρα, κρατώντας το άλογο από τα γκέμια. Πτώματα παντού. Δεν μπορούσα να βρω δρόμο να πατήσω επάνω. Έλληνες, Τούρκοι, Εβραίοι μακελεμένοι στο πανδαιμόνιο εκείνης της μαύρης μέρας, που κανένας δεν κατάφερε, ούτε θέλησε να σταματήσει. Το κόστος της ελευθερίας, δίχως την απελευθέρωση από το πάθος του μίσους, δεν αξίζει κανείς να το πληρώσει. Εκείνη την ημέρα, μέτρησα 12.000 κεφάλια μέσα στην πόλη. Και πιο το όφελος; Γίναμε ίδιοι με αυτόν που μας κατέκτησε πριν 400 χρόνια, όταν η Κωνσταντινούπολη έπεσε στα χέρια των Αγαρηνών.

Απελευθερώσαμε την Ελλάδα και χάσαμε όμως την ανθρωπιά και την πίστη που είχε ο λαός μας μέχρι τότε. Το ’24, 3 χρόνια περίπου μετά από τα γεγονότα οι «αγωνιστές» που είχαν πολεμήσει μαζί μας στην Τριπολιτσά, πήραν από την ζωή τον γιό μου τον Πάνο. Τον δολοφόνησαν και μου έστειλαν το πτώμα του μαζί με ένα μήνυμα, ότι εγώ θα ήμουν ο επόμενος. Οι πραγματικοί αγωνιστές, οι ήρωες, κυνηγηθήκαμε. Εγώ και ο Πλαπούτας καταδικαστήκαμε σε θάνατο, αλλά ο καλός Θεός μας ελέησε και σωθήκαμε από την άδικη αυτή καταδίκη. Το νέο κράτος, που χτίσαμε με κόπο, αίμα και ιδρώτα, τους ήρωες μας πέταξε στην άκρη. Ο Νικηταράς, το άξιο παλικάρι μου, βρίσκεται στο Ναύπλιο, μισότυφλος και ζητιάνος στον δρόμο. Τον είδα από μακριά και έβαλα τα κλάματα. Όταν θέλησα να τον βοηθήσω, αρνήθηκε.

«Δεν μπορώ να σου γίνω βάρος στρατηγέ» μου είπε. «Τόσα χρόνια μας πρόσεχες και τώρα δυστυχώς δεν μπορούμε να σου ανταποδώσουμε την χάρη. Τουλάχιστον, μας έμεινε και η τιμή και η αξιοπρέπεια».

Και άλλοι τόσοι πολλοί, αμέτρητοι πολεμιστές, αληθινοί ήρωες της επανάστασης μας, κατέληξαν έτσι από τον ίδιο τον λαό που απελευθέρωσαν. Εγώ ήμουν από τους τυχερούς. Οι Βαυαροί δεν με θανάτωσαν επειδή ο Όθωνας ενηλικιώθηκε και αποφάσισε να με ελευθερώσει. Προς τιμήν του αγώνα με ονόμασε στρατηγό. Αλλά δυστυχώς, ελάχιστοι είχαν αυτή την τύχη.

Αναρωτιέμαι τι θα σκέφτονται οι επόμενες γενιές, όταν θα διαβάζουνε τις ιστορίες μας. Τι θα κρατήσουν από τα κατορθώματά μας; Θα δουν τα λάθη μας; Θα συνειδητοποιήσουν την πίστη μας; Είναι σημαντικό να θυμάται κανείς ότι πολεμήσαμε Υπέρ Πίστεως και Πατρίδας. Δεν θα μπορούσαμε να απελευθερώσουμε το έθνος δίχως πίστη. Τι ήμασταν; Μια χούφτα από εμάς, ενάντια στις ορδές τους, με λίγα όπλα. Αλλά είχαμε ψυχή. Υπήρχαν η φορές που η πίστη ας δεν ήταν δυνατή, όπως εκείνο το βράδυ στην Τριπολιτσά. Ή όταν εκείνος ο Τουρκοαιγύπτιος Ιμπραήμ, κόντεψε να γονατίσει όλη τη Πελοπόννησο. Φωτιά και τσεκούρι είχα προστάξει σε όποιον γονατίσει στους απίστους.

Ελπίζω ο καλός Θεός να συγχωρέσει τα παραπτώματα μου. Άλλωστε προς τα εκεί οδεύω. Να συναντήσω ξανά αυτούς τους ανθρώπους, τους αγωνιστές που τόσο αγάπησα. Να βρω τον πατέρα μου, να βρω τους αδερφούς μου. Ελπίζω η Ελλάδα που παραδώσαμε να ακμάσει. Δεν θα ήθελα να δω κι άλλους αγωνιστές να ποδοπατούνται. Δεν θα ήθελα να δω το μίσος και η οργή να παίρνουν την πίστη από μέσα μας. Αυτός ο ευλογημένος λαός να ζήσει την ειρήνη, όχι του σώματος, μα του πνεύματος. Ευλογημένη πατρίς! Ζήτω το Έθνος!     

        

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Αγία Σοφία και Ορθοδοξία

Στις 10 Ιουλίου του 2020, η τουρκική κυβέρνηση ακύρωσε το διάταγμα του 1934, το οποίο μετέτρεψε την Αγία Σοφία σε μνημείο της Παγκόσμιας Πολιτιστικής Κληρονομιάς. Ο σκοπός που οδήγησαν στην απόφαση αυτή του Τούρκου προέδρου Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, είναι διπλός. Πέρα από ένα ισχυρό χτύπημα στο θρησκευτικό συναίσθημα όλου του Ορθόδοξου και λοιπού Χριστιανικού κόσμου, ο Ερντογάν δηλώνει μια νέα αρχή για το έθνος του. Ακυρώνοντας το διάταγμα που υπεγράφη στην εποχή του Κεμάλ Ατατούρκ (ηγέτης του κινήματος των Νεότουρκων), θέτει τα θεμέλια για ένα νέο κίνημα, ένα αναδιοργανωμένο έθνος, με ένα ανανεωμένο εκ βάθους σύστημα, υπό την δική του πλέον ηγεσία. Η Αγία Σοφία αποτέλεσε Χριστιανικό Ορθόδοξο Ναό για χίλια χρόνια περίπου. Εγκαινιάστηκε στις 27 Δεκεμβρίου του έτους 537 από τον ευσεβή βασιλιά του Βυζαντίου Ιουστινιανό. Στα χρόνια των λατινικών κατακτήσεων, λειτούργησε ως Ρωμαιοκαθολικός ναός μέχρι και το 1261, οπότε και ο Μιχαήλ Η' Παλαιολόγος, ανακαταλαμβάνει την Κωνσταντινούπολη κ...

Περί Διακονίας

  «Στέφανος πλήρης πίστεως καὶ δυνάμεως ἐποίει τέρατα καὶ σημεῖα μεγάλα ἐν τῷ λαῷ».(Πραξ. Αποστόλων, στ΄8-15, ζ΄1-60) Ήρθε ο καιρός, όπου κληθήκαμε να διακονήσουμε την Εκκλησία του Χριστού για ακόμη μία φορά. Το καθήκον το οποίο θελήσαμε να αναλάβουμε, με αγάπη και θυσία, καθώς δεν είναι ένα απλό έργο, ή κάτι το οποίο πρέπει να αντιμετωπιστεί ελαφρά τη καρδία. Όλοι αφήνουμε τη βόλεψη του σπιτιού μας, τη δροσιά και την χαλάρωση, για να έρθουμε να διακονήσουμε τα παιδιά Του, που Εκείνος, ας εμπιστεύτηκε για αυτές τις λίγες, μα γεμάτες μέρες.  Όμως τι είναι αυτό το οποίο μας κάνει όντως πραγματικούς, αλλά και αποτελεσματικούς διακόνους της Εκκλησίας; Στην αρχή, παρατέθηκε ένα χωρίο από τις Πράξεις των Αποστόλων, το οποίο μιλάει για τον Πρωτομάρτυρα Στέφανο. Αυτόν τον νέο, που αν και σύντομος ο βίος και η διακονία του, χάραξε στην ιστορία της Εκκλησίας το πραγματικό νόημα της διακονίας. Βλέπετε, δεν είναι λίγες οι φορές που αμφιβάλλουμε αν όλος ο κόπος μας αξίζει, αν έχουμε όντως ...

Νέοι Ορίζοντες

 Το έτος 2020 έφτασε στο τέλος του. Ένα ακόμη έτος έκανε τον κύκλο του. Το ατέρμονο ποτάμι του χρόνου όμως συνεχίζει να κυλά. Δεξιά και αριστερά θα δούμε ανθρώπους ανακουφισμένους που αυτή η δύσκολη χρονιά έφυγε, έχοντας την ελπίδα ότι μαζί με αυτή, θα φύγουν και οι δυσκολίες που συντάραξαν τον πλανήτη μας. Ο άνθρωπος όσο ζει θα ελπίζει, έχοντας την προτροπή προς το καλύτερο, είτε αυτό είναι κάτι υλικό είτε πνευματικό, ανάλογα με τον τρόπο ζωής που επιλέγει ο καθένας.  Ωστόσο, τι είναι αυτό που πρέπει πραγματικά να αποζητάμε από μια νέα περίοδο στη ζωή μας; Πώς πρέπει να είναι μια ανασκόπηση του χρόνου που πλέον έχει παρέλθει; Είναι σημαντικό, αν είμαστε άνθρωποι που επιζητάμε τα επουράνια και όχι τα γήινα, να βλέπουμε στα γεγονότα του χρόνου ότι καλό και ωφέλιμο, και όχι κάτι που πιθανόν θα κάνει τη ζωή μας πιο βολική. Ακόμα και μέσα από την δύσκολη πανδημία του κορονοϊού, μπορούμε να κοιτάξουμε πίσω στις στιγμές εκείνες του φόβου και του σκοτεινού κενού που νιώθαμε κλεισμένο...